Δεν είμαστε θρησκεία, δεν είμαστε Χριστιανισμός. Είμαστε Εκκλησία, η Ορθόδοξη Εκκλησία, η «μία, ἁγία, καθολικὴ καὶ ἀποστολική Ἐκκλησία» η οποία είναι πίστη σαρκωμένη, είναι αποκάλυψη, είναι φανέρωση του Θεού στον άνθρωπο: «Λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν».

Δευτέρα 27 Απριλίου 2015

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ

Γράφει φοιτητής του Τμήματος Ποιμαντικής & Κοινωνικής Θεολογίας του Α.Π.Θ.


Την τρίτη Κυριακή μετά το Πάσχα θυμόμαστε το θαύμα της θεραπείας του Παραλύτου· ένα θαύμα που έκανε ο Κύριος κατά τη διάρκεια της Πεντηκοστής των Ιουδαίων και το διηγείται ο ευαγγελιστής Ιωάννης.
Ο Κύριός μας, καθώς βρισκόταν μαζί με τους μαθητές Του στα Ιεροσόλυμα, πέρασε από έναν χώρο, όπου υπήρχαν πολλοί άρρωστοι, που υπέφεραν από διάφορες ασθένειες. Στο κέντρο του χώρου αυτού υπήρχε μια δεξαμενή γεμάτη με νερό, την Βηθεσδά. Κατά διαστήματα ένας άγγελος τάραζε το νερό και τότε, όποιος άρρωστος προλάβαινε να πέσει πρώτος μέσα στη δεξαμενή γινόταν καλά.
Μεταξύ των αρρώστων αυτών βρισκόταν κι ένας άνδρας, που ήταν παράλυτος επί 38 χρόνια, κάτι που το γνώριζαν πολλοί, μεταξύ των οποίων και ο Ιησούς. Έτσι, όταν τον είδε, ήρθε κοντά του και τον ρώτησε: «Θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι;» Κι ο παραλυτικός απαντά: «Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω ἵνα ὅταν ταραχθῇ τὸ ὕδωρ, βάλῃ με εἰς τὴν κολυμβήθραν». Τότε ο Κύριος του λέει: «Ἔγειρε, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει». Και αμέσως τα πόδια του παράλυτου άνδρα δυνάμωσαν, σηκώθηκε, φορτώθηκε το κρεβάτι του και έφυγε.
Σ΄ αυτό το σημείο συναντάται η ανθρώπινη θέληση με τη θεία χάρη. Το «θέλω» είναι του ανθρώπου, το «δύναμαι» είναι του Θεού. Στη θεραπεία του παραλυτικού, ο Ιησούς Χριστός ρωτάει: «Θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι;». Ο παραλυτικός απαντάει: «Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω». Είναι όμως σαν άλλο να ρωτάει ο Θεός και σε άλλο ν’ απαντάει ο άνθρωπος. Ο Θεός ρωτάει: «θέλεις;» κι ο άνθρωπος απαντάει: «δεν μπορώ». Αλλά το «δεν μπορώ» αυτό δεν είναι απλώς μια απάντηση, είναι και μια ομολογία. Πιο πέρα από τη θέληση είναι και η συναίσθηση της ανθρώπινης αδυναμίας. Κατάλαβε πως είναι αδύνατο να κερδίσει την θεραπεία με δικές του δυνάμεις∙ κι όσο πιο πολύ βλέπει και κατανοεί κάθε άνθρωπος την αδυναμία του, τόσο περισσότερο αυξάνει μέσα του η θέληση κι ο πόθος της σωτηρίας.
«᾿Ιησοῦς ἐστιν ὁ ποιήσας με ὑγιῆ» λέει στους τυπολάτρες Ιουδαίους. Αυτή η πηγαία ομολογία του ανθρώπου εκείνου που εκδήλωνε τη βαθιά του ευγνωμοσύνη προς τον ευεργέτη του πρέπει να μας διδάξει πολύ. Διότι κι εμείς δεχόμαστε καθημερινά τις μεγάλες και θαυμαστές ευεργεσίες του Θεού που μυστικά ή φανερά ενεργεί στη ζωή μας από τα παιδικά μας χρόνια μέχρι σήμερα. Να μάθουμε να λέμε καθημερινά μέσα από την καρδιά μας το «δόξα σοι ο Θεός». Να Τον ευγνωμονούμε για όλες τις δωρεές που δεχόμαστε. Να Τον ευχαριστούμε για όλα όσα γνωρίζουμε και όσα δεν γνωρίζουμε, για τις αφανείς και φανερές ευεργεσίες που έχει κάνει σε μας. Και να ομολογούμε στους γύρω μας ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο ευεργέτης της ζωής μας, ο «ιατρός των ψυχών και των σωμάτων» μας και ο κυβερνήτης της ζωής μας.
Όμως ο παραλυτικός από μεγάλος ευγνώμων έγινε ο χειρότερος αχάριστος. Μετά την θεράπειά του έγινε δούλος στην αυλή του αρχιερέα Άννα. Για να αποδείξει πως είναι πιστός στον αρχιερέα και δεν έχει καμία σχέση με τον ευεργέτη του τον Χριστό, χαστούκισε χωρίς αιτία τον Ιησού (!!!) και έπειτα τον ρώτησε «Έτσι απαντάς στον αρχιερέα;» Ξέχασε την ευεργεσία και τα 38 χρόνια ασθένειας και πλέον νοιάζεται μόνο για το ψωμί του και σκέφτεται μήπως ο αρχιερέας τον διώξει και πώς θα ζήσει. Η κίνηση του να χαστουκίσει τον Ιησού όσο κι αν φαίνεται αυθόρμητη και αψυχολόγητη είναι βαθιά υστερόβουλη και μελετημένη και κρύβει πανικό και κακία.
Το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα είναι και ένα μήνυμα παρηγοριάς για τους εγκαταλελειμμένους, ανήμπορους και παραμελημένους. Πόσοι άνθρωποι σε διαφορετικές βέβαια συνθήκες υποφέρουν όπως ο παράλυτος του Ευαγγελίου; Μόνοι κι εγκαταλελειμμένοι, σ΄ ένα απόμακρο χωριό, σ΄ ένα Γηροκομείο, σ΄ ένα παρατημένο διαμέρισμα, σ΄ ένα σπίτι χωρίς αγάπη. Το σημερινό ιερό Ευαγγέλιο διδάσκει δύο μεγάλες αλήθειες:
α) Μέσα στη μοναξιά μας, αντί να κλαίμε για την κατάστασή μας, έχουμε χρέος να καλλιεργούμαστε στην αρετή, να συνειδητοποιούμε τη μηδαμινότητά μας, να εξαγιαζόμαστε.
β) Να κατανοήσουμε ότι δεν είμαστε μόνοι. Δίπλα μας είναι αοράτως ο Χριστός. Μπορεί βέβαια να μην επεμβαίνει ακόμη στο δράμα μας. Αλλά ξέρει τον πόνο μας και την μοναξιά μας. Ας Τον παρακαλούμε λοιπόν να σταθεί σύντροφος στο πρόβλημά μας και στην δυστυχία μας και να μας στείλει ανθρώπους Του να μας συμπαρασταθούν και να γλυκάνουν την μοναξιά μας και την δυστυχία μας. Δεν είμαστε μόνοι. Δίπλα μας είναι ο Κύριος έτοιμος να μας βοηθήσει.
Τέλος, είναι ελπίδα σωτηρίας. Ένα «θέλω» κι ένα «δύναμαι» είναι ο βίος κι η ζωή. Τί μπορεί ο άνθρωπος; Όσα θέλει ο Θεός. Τί θέλει ο Θεός; Την σωτηρία του ανθρώπου. Άρα ο άνθρωπος, όταν θέλει, μπορεί τα πάντα μέσα στη χάρη του Θεού. Έτσι συμπίπτουν θείο και ανθρώπινο θέλημα κι ο άνθρωπος συνεργαζόμενος με τον Θεό γίνεται υπεράνθρωπος ή, καλύτερα, οδεύει προς την θέωση. Κι έτσι η σωτηρία είναι δωρεά, αλλά όχι μοίρα∙ είναι βουλή του Θεού, αλλά όχι χωρίς τη βούληση του ανθρώπου∙ είναι έργο του Θεού, αλλά όχι χωρίς τη συνεργασία του ανθρώπου∙ είναι χαμήλωμα του ουρανού, αλλά συγχρόνως και ανέβασμα της γης.
Η επίτευξη του προορισμού του ανθρώπου και η σωτηρία του είναι αποτέλεσμα συνεργασίας δυο παραγόντων, του θεϊκού και του ανθρώπινου, της θείας χάρης και της ανθρώπινης θέλησης. Το «θέλω» είναι του ανθρώπου, το «δύναμαι» είναι του Θεού. Από την σύνθεση αυτών των δύο βγαίνει εκείνο που έλεγε ο Απόστολος Παύλος: «Πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντί με Χριστῷ». Δεν είμαστε ανδράποδα, χωρίς θέληση, της τυφλής βίας και της μοίρας∙ είμαστε ελεύθερα παιδιά του Θεού. Δεν είμαστε εμείς που, με μια άμετρη θέληση μέσα στην αδυναμία μας, θα ρίξουμε το Θεό από τον ουρανό, αλλά είναι ο Θεός, ο οποίος και θέλει και μπορεί να μας ανεβάσει από τη γη. Ο Θεός ρωτάει: «θέλεις;». Και περιμένει την απάντηση: «θέλω, Κύριε, αλλά χωρίς εσένα δε μπορώ». Αμήν.

Θ.Χ.

Πηγές:
* Δ΄ Κυριακή από του Πάσχα, π. Αμβροσίου Σταμπλιάκα,
* Κυριακή του Παραλύτου, blog «Χριστιανική Φοιτητική Δράση».

Κυριακή 26 Απριλίου 2015

Ο ΘΩΜΑΣ & ΟΙ ΜΥΡΟΦΟΡΕΣ

Γράφει φοιτητής του Τμήματος Ποιμαντικής & Κοινωνικής Θεολογίας του Α.Π.Θ.

Την πρώτη Κυριακή μετά το Πάσχα εορτάσαμε την ψηλάφηση και την ομολογία του Αποστόλου Θωμά. Είναι ένα γεγονός, οικονομικώς σχεδιασμένο από τον Θεό, που επιβεβαιώνει την Ανάσταση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και διαλύει κάθε αμφιβολία.
Στην πρώτη εμφάνιση του Αναστημένου Ιησού στους μαθητές Του δεν ήταν παρών ο Απόστολος Θωμάς. Όταν οι δέκα μαθητές, που ήταν αρχικά και αυτοί δύσπιστοι, διηγήθηκαν στον Θωμά πως είδαν ανάμεσά τους Αναστημένο τον Διδάσκαλό Τους, ο Θωμάς δυσπίστησε λέγοντας: «Εὰν μὴ ἴδω ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὸν δάκτυλόν μου εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὴν χεῖρά μου εἰς τὴν πλευρὰν αὐτοῦ, οὐ μὴ πιστεύσω». Ο Θωμάς δεν είναι ο άπιστος, αλλά ο δύσπιστος άνθρωπος. Οι άπιστοι δεν πιστεύουν για να μην πιστέψουν· ξεκινάνε από την προκατάληψη πως η πίστη δεν ταιριάζει στο φωτισμένο άνθρωπο· και φυσικά φωτισμό θεωρούν μόνο την γνώση και την επιστήμη. Ο Θωμάς θέλει να πιστέψει και δεν μπορεί, ενώ οι άπιστοι μπορούν να πιστέψουν και δεν θέλουν.
«Μεθ' ἡμέρας ὀκτώ τῆς Ἐγέρσεως», παρόντος του Θωμά αυτήν την φορά, ο Χριστός εμφανίζεται για δεύτερη φορά στους μαθητές Του «τῶν θυρῶν κεκλεισμένων». Μόλις ο Θωμάς είδε κι άκουσε τον Κύριο, δεν τόλμησε να τον ψηλαφήσει, αλλά ξέσπασε στην ομολογία «Ο Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου»! Αυτή η ομολογία ταυτόχρονα του Θωμά είναι «σωτήριος» κατά τους ιερούς Πατέρες της Εκκλησίας. Διότι πραγματικά οδηγεί στην σωτηρία όλους εκείνους που την απευθύνουν στον Χριστό εκζητώντας ταπεινά το έλεός Του.
Η Εκκλησία στους ύμνους αυτής της εορτής την απιστία του Θωμά την ονομάζει καλή· «Ὦ καλὴ ἀπιστία τοῦ Θωμᾶ». Για δύο λόγους η απιστία του Θωμά είναι καλή:
α) Γιατί είναι απιστία καλοπροαίρετη.
β) Γιατί έγινε αιτία να βεβαιωθεί ακόμη πιο πολύ η Ανάσταση του Κυρίου.
Τα τελευταία λόγια του αναστημένου Ιησού προς τον Θωμά σε μερικούς γεννάνε κάποιες απορίες. Τι πάει να πει «Μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες»; Η πίστη δεν είναι συμπέρασμα της λογικής διεργασίας. Η πίστη είναι μια αίσθηση στον άνθρωπο εσωτερική και πνευματική. Η πίστη είναι η εμπιστοσύνη με την οποία ο άνθρωπος ακούει, όταν μιλάει ο Θεός.
Την δεύτερη Κυριακή τιμάται ουσιαστικά το γυναικείο φύλο. Ο Χριστός καθιστά την γυναίκα πρώτο κήρυκα του Ευαγγελίου. Οι Μυροφόρες, η Μαρία η Μαγδαληνή, η Μαρία (μητέρα του Ιακώβου και σύζυγος του Κλωπά), η Μάρθα, η Ιωάννα, η Μαρία (αδελφή του Λαζάρου), η Σαλώμη και η Σωσσάνα ήταν μαθήτριες του Ιησού Χριστού και μετά την ταφή Του αυτές που πήγαν να μυρώσουν το νεκρό Του Σώμα σύμφωνα με τα ιουδαϊκά έθιμα. Οι Μυροφόρες ήταν οι πρώτες που είδαν τον Αναστημένο Χριστό, γιατί είχαν έντονο πόθο για Εκείνον. Ξεπέρασαν τους φόβους και τις ανασφάλειες, τις δικαιολογίες και τις προφάσεις και πήγαν «ὄρθρου βαθέος» στο μνήμα του Κυρίου. Βρήκαν όμως τον λίθο που σφράγιζε το μνήμα αποκεκυλισμένο και τον τάφο κενό και έναν «φαεσφόρον Ἄγγελον, διαπρυσίως» να τις λέει: «Τί ζητεῖτε τὸν ζῶντα μετὰ τῶν νεκρῶν; Οὐκ ἔστιν ὧδε, ἀλλ᾿ ἠγέρθη·» «ὑπάγετε εἴπατε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ καὶ τῷ Πέτρῳ ὅτι προάγει ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν· ἐκεῖ αὐτὸν ὄψεσθε, καθὼς εἶπεν ὑμῖν». Κατατρομαγμένες έφυγαν από το μνήμα και ξαφνικά εμφανίστηκε μπροστά τους ο ίδιος ο αναστάς Κύριος ακούγοντας από το στόμα Του το «Χαίρετε». Αυτές τον πλησίασαν, έπεσαν στα πόδια Του και τον προσκύνησαν.
Έπειτα, όταν με παραγγελία του Κυρίου έφεραν το μήνυμα του Αγγέλου στους μαθητές Του, εκείνοι δεν πίστευαν στις γυναίκες και τα λόγια τους τα πήραν για φλυαρίες. Ο Πέτρος κι ο Ιωάννης έφυγαν και πήγαν μόνοι τους στο μνημείο, για να δουν με τα μάτια τους και να βεβαιωθούν. Όταν ύστερα πάλι ο αναστάς Κύριος εμφανίστηκε ολόσωμος και ζωντανός μπροστά σε όλους και τους χαιρέτισε, εκείνοι δεν πίστευαν στα μάτια τους και νόμιζαν πως έβλεπαν φάντασμα. Και χρειάστηκε να τους προκαλέσει ο Κύριος να τον αγγίξουν, να βάλουν το χέρι τους επάνω του και να βεβαιωθούν πως ήταν αυτός ο ίδιος· «ψηλαφήσατέ με καὶ ἴδετε ὅτι αὐτὸς ἐγώ εἰμι». 

Εμείς όμως μακάρι να ακούμε το Θεό με εμπιστοσύνη, όταν μας μιλάει στην Εκκλησία μέσα από τις άγιες Γραφές και, γνωρίζοντας τη φωνή του, ν’ αποκρινόμαστε «Ο Κύριός μας και ο Θεός μας» και να έχουμε το ίδιο θάρρος και τον ίδιο πόθο όπως οι Μυροφόρες γυναίκες για τον Κύριο και Θεό μας. Αμήν.

Δευτέρα 20 Απριλίου 2015

ΓΑΜΟΣ: ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΑΓΑΠΗΣ

Γράφει φοιτητής του Τμήματος Ποιμαντικής & Κοινωνικής Θεολογίας του Α.Π.Θ.

Στην εποχή μας περνούν σοβαρή κρίση οι θεσμοί του Γάμου και της οικογένειας. Διαζύγια, καβγάδες, απιστίες, παρεμβάσεις τρίτων, εγωιστικές συμπεριφορές, ζηλοτυπίες, βρισιές, διαπληκτισμοί, χυδαιότητες κλπ. Έχουμε όμως αναρωτηθεί τι είναι ο Γάμος, ποιος ο σκοπός του, γιατί καταλήγουν σε τέτοιο σημείο πολλοί γάμοι, γιατί διαλύονται οικογένειες;

Ο γάμος και η οικογένεια είναι δύο πανάρχαιοι βιοκοινωνικοί θεσμοί, που υπηρετούν βαθύτερες ανάγκες της ανθρώπινης ύπαρξης (π.χ. αμοιβαιότητα, πληρότητα, αλληλοσυμπλήρωση).

Τι είναι ο Γάμος
Ο γάμος είναι κοινωνία προσώπων, κοινωνία αγάπης. Είναι υπέρβαση της μοναξιάς δια της αγάπης. Είναι πορεία αγάπης και αγιασμού των συζύγων, πορεία προς την Βασιλεία του Θεού. Ο γάμος πηγάζει χαρά, καταλύει τον εγωισμό, ασκεί τον άνθρωπο στην αγάπη και μαρτυρεί την αλήθεια του Χριστού στον κόσμο.
- Ποιος ο σκοπός του Γάμου;
- Σκοπός του γάμου είναι η κοινωνία των προσώπων και η θέωση. Για την Εκκλησία γάμος είναι η βίωση εκ μέρους των συζύγων της αγάπης ως αυτοπροσφοράς και αυτοθυσίας. Η αμοιβαία έξοδος από τον εγωκεντρισμό, η αντιμετάδοση των προσωπικών χαρισμάτων, η μέθεξη ψυχών και σωμάτων, η αγαπητική μαρτυρία στον κόσμο. Αυτό βέβαια επιτυγχάνεται όταν ο άνθρωπος απαντήσει θετικά την πρόσκληση αγάπης του Θεού, όταν η κατερχόμενη αγάπη του Θεού συναντά την ανερχόμενη αγάπη του ανθρώπου. Αυτή η αγάπη δεν σπάει ούτε με τον θάνατο αλλά με την ανάσταση των νεκρών κατά την δευτέρα Παρουσία.

Τα δύο φύλα
ΠροεπισκόπησηΟ άνθρωπος είναι ένα ον με δύο διαφορετικά φύλα, καθένα από τα οποία έχει τα δικά του χαρακτηριστικά, σωματικά και ψυχικά. Αυτό σημαίνει ότι όλα τα χαρακτηριστικά του ανθρώπινου γένους δεν βρίσκονται στον άνδρα από μόνον του, ούτε στη γυναίκα από μόνη της. Από μόνοι τους, είναι «μισά» όντα, που αποζητούν την ολοκλήρωση και την αλληλοσυμπλήρωση. Η συμπλήρωση του καθενός επιτυγχάνεται με την συνάντηση με το αντίθετο φύλο, δηλαδή με το άνοιγμα σε έναν άλλον κόσμο, διαφορετικό, που έχει να προσφέρει διαστάσεις άγνωστες στην ατομικότητα του δικού του φύλου. Υπ΄ αυτή την έννοια, πλήρης άνθρωπος δεν είναι ο άνδρας από μόνος του ούτε η γυναίκα από μόνη της, αλλά το ζευγάρι.
Ο Βασίλειος Σελευκείας (4ος αιώνας μ.Χ.), αναφερόμενος στην πλάση της πρώτης γυναίκας (Εύας) και εξαίροντας το ισότιμον και ομότιμον των δύο φύλων, λέει χαρακτηριστικά για τον πρώτο άνδρα (Αδάμ): «οὐκ ἔχων κοινωνὸν απολαύσεως» των αγαθών του Παραδείσου, «ἀτελεστέραν εἶχε τῆς εὐφροσύνης τὴν αἴσθησιν». Αυτό σημαίνει ότι στην φύση του ανθρώπου ενυπάρχει η κοινωνικότητα. Ο άνθρωπος έχει την ανάγκη να εξωτερικεύει τόσο την χαρά, όσο και την λύπη. Ο Αδάμ μέσα στον Παράδεισο, μέσα στα τόσα αγαθά, δεν είχε κάποιον άλλον για να τα απολαύσουν μαζί και έτσι δεν είχε ολοκληρωμένες τις αισθήσεις.

Ο Γάμος ως κοινωνία αγάπης
ΠροεπισκόπησηΟ Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο «κατ΄ εἰκόνα και καθ΄ ὁμοίωσιν Του». Επειδή ο Θεός είναι ένας και τριαδικός και μεταξύ των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδος υπάρχει απόλυτη κοινωνικότητα, ο Θεός θέλησε να βγάλει και τον Αδάμ από την μοναξιά. Γι΄ αυτό είπε: «Οὐ καλὸν εἶναι τὸν ἄνθρωπον μόνον΄ ποιήσωμεν αὐτῷ βοηθὸν κατ΄ αὐτὸν». Έτσι έπλασε την γυναίκα και μάλιστα από την πλευρά του άνδρα, τον οποίον ύπνωσε. Έπειτα ευλόγησε το πρώτο ανθρώπινο ζεύγος και είπε: «Αὐξάνεσθε καὶ πληθύνεσθε καὶ πληρώσατε τὴν γῆν». Η ευλογία αυτή δηλώνει:
α) την συμβίωση των δύο φύλων
β) την αύξηση της κοινωνικότητας και την διαιώνιση του είδους.
Αφού δημιούργησε την Εύα, ο Αδάμ είπε: «Τοῦτο ὀστοῦν ἐκ τῶν ὀστέων μου καὶ σὰρξ ἐκ τῆς σαρκὸς μου». Ο προφήτης Μωϋσής συνεχίζει την βιβλική περιγραφή με τα εξής λόγια: «Ἕνεκεν τούτου καταλείψει ἄνθρωπος τὸν πατέρα αὐτοῦ καὶ τὴν μητέρα καὶ προσκολληθήσεται πρὸς τὴν γυναῖκα αὐτοῦ καὶ ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν». Στους λόγους αυτούς έχουμε την ευλογία του Θεού για το μυστήριο του γάμου και τον προσδιορισμό του ως κοινωνίας αγάπης.
Όταν ήλθε ο Χριστός συμπλήρωσε την αρχική θεϊκή ευλογία και πρόσθεσε: «Επομένως οι σύζυγοι δεν είναι πλέον δύο αλλά ένα σώμα. Ό,τι λοιπόν ένωσε ο Θεός, ας μην το χωρίζει άνθρωπος». Με την παρουσία Του στον γάμο της Κανά και την θαυματουργική μεταβολή του ύδατος σε οίνο, ο Χριστός θέλησε «να αγιάσει την κατά σάρκα γέννηση του ανθρώπου» και ευλόγησε το μυστήριο του γάμου. Δίνει χαρά και διάρκεια στην χαρά της καινούργιας ζωής. Μεταμορφώνει το παλιό κρασί της φιλαυτίας και των παθών «σε οίνο ευγενή της χαρισματικής αγάπης». Αυτός μόνον μπορεί να προσφέρει το καινούργιο κρασί της δικής Του αγάπης και να μεταμορφώσει την ζωή των συζύγων ενώνοντάς τους πράγματι «εἰς σάρκα μίαν». Η ένωση τους «εἰς σάρκα μίαν» έχει ως όραμα την κοινωνία ζωής των συζύγων, την ψυχοσωματική τους ένωση και το μοίρασμα της χαράς που δημιουργεί η ευλογία και η απόλαυση της ευτεκνίας.
Δημιουργός του Γάμου, «κτίστης της συζυγίας» κατά τον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο (Λόγος ΛΖ΄), είναι ο Θεός και Αυτός που ενέβαλε στον άνθρωπο την ενωτική δύναμη του έρωτα. «Πολὺ τὸ φίλτρον ἐγκατέσπειρε» και «ἠδονὴν ἐχαρίσατο» λέει ο Βασίλειος Αγκύρας (Περὶ Παρθενίας).
Ο Θεός ήθελε τον γάμο για να αποκαλύψει περισσότερο το μεγαλείο της φύσης του ανθρώπου και να συνεχίσει μέσω αυτού το δημιουργικό Του έργο (δημιουργία του λαού του Θεού). Αρχικός και τελικός σκοπός του γάμου είναι η τελείωση του ανθρώπου. Η συζυγική ζωή εντάσσεται στο σχέδιο της θείας οικονομίας και είναι σύμφωνη με το θέλημα του Θεού.
Ο Μέγας Αθανάσιος (Ἐπιστολή Ἀμμοῦν μονάζοντι) τονίζει το καθαρόν και άμωμον των συζυγικών σχέσεων ενώ ο Όσιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης (Ἐπιστολὴ Ἀντωνίῳ) λέει πως «οἱ τὸν γάμον ἀσπασάμενοι... θλίψιν μεν οὐκ ἔχουσιν ἀλλὰ τέρψιν καὶ τρυφήν».
Ο Μέγας Βασίλειος (Ὁμιλία εἰς τὴν Μάρτυρα Ἰουλίτταν) χαρακτηρίζει τον γάμο ως «συγκλήρωσιν τοῦ βίου» και την σύζυγο «πᾶσαν ἠδονὴν κατὰ τὸν βίον παρεχομένη, εὐθυμίας δημιουργός [...], ἐν ταῖς λύπαις τὸ πλεῖστον μέρος τῶν ἀνιαρῶν ἀφαιρουμένη» για τον άνδρα της.
Ο Κλήμης Αλεξανδρεύς (Παιδαγωγός Α΄ & Β΄) ανεβάζει τον γάμο στα υψηλότερα δυνατά επίπεδα, αφού μέσα από τον γάμο με την διαιώνιση του είδους βλέπει την έννοια της «κατ΄ εἰκόνα Θεοῦ» πλάσεως του ανθρώπου. «Εἰκὼν τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος γίνεται καθ΄ ὅ εἰς γένεσιν ἀνθρώπου ὁ ἄνθρωπος συνεργεῖ». Λέει επίσης πως οι αγαπώμενοι σύζυγοι «ἄγονται εἰς ταυτότητα δι΄ ὁμόνοιαν ἐπιστήμη οὗσα κοινῶν ἀγαθῶν».
Το θεμέλιο πάνω στον οποίο οικοδομείται ο γάμος είναι η αγάπη. Ο Απόστολος Παύλος λέει «ὁ ἀγαπῶν τὴν ἑαυτοῦ γυναῖκα ἑαυτὸν ἀγαπᾷ». Αντίστοιχα φυσικά ισχύει και για την γυναίκα: Εκείνη που αγαπά τον άνδρα της αγαπά τον εαυτό της. Αν αγαπά λοιπόν, καθένας τον άλλον, που είναι ο εαυτός του, και οι δύο μαζί θα αγαπούν τον Χριστό. Και ο Χριστός θα αγαπά και τους δύο και το ζεύγος θα ζει μέσα σε κοινωνία αγάπης. Λέει αλλού ο Απόστολος Παύλος: «ἡ γυνὴ τοῦ ἰδίου σώματος οὐκ ἐξουσιάζει ἀλλὰ ὁ ἀνήρ· ὁμοίως δὲ καὶ ὁ ἀνὴρ τοῦ ἰδίου σώματος οὐκ ἐξουσιάζει ἀλλὰ ἡ γυνή». Η αληθινή αγάπη παραχωρεί την εξουσία επί του εαυτού μας στον άλλον.
Ο Όσιος Παΐσιος ο Αγιορείτης έλεγε: «Ο ένας αγαπά τον άλλον γι΄ αυτό που του χαρίζει. Η γυναίκα δίνει στον άνδρα την εμπιστοσύνη, την αφοσίωση, την υπακοή. Ο άνδρας δίνει στην γυναίκα την σιγουριά ότι μπορεί να την προστατεύσει. Η γυναίκα είναι η αρχόντισσα του σπιτιού, αλλά και η μεγάλη υπηρέτρια. Ο άνδρας είναι ο κυβερνήτης του σπιτιού, αλλά και ο χαμάλης. [...] Αν υπάρχει αγάπη, θυσία, πάντα ο ένας έρχεται στην θέση του άλλου, τον πονάει πιο πολύ [...] και κοιτάζει με τρόπο πως να τον φέρει πάλι στον σωστό δρόμο. Έτσι έρχεται η χάρις του Θεού».
Όταν έρθει η χάρις του Θεού, το ζεύγος ζει την κοινωνία της αληθινής αγάπης, και τότε επαληθεύεται ο χρυσοστομικός λόγος (Εἰς Γένεσιν): «Όταν υπάρχει η ομόνοια, η ειρήνη και ο σύνδεσμος της αγάπης ανάμεσα στον άνδρα και την γυναίκα, τότε συρρέουν εκεί όλα τα καλά, και παραμένουν απρόσβλητοι από κάθε επιβουλή, διότι είναι περιφραγμένοι μ΄ ένα μεγάλο και απόρθητο τείχος, την κατά Θεόν ομόνοια. Αυτή τους κάνει πιο ισχυρούς και από το διαμάντι, πιο στερεούς και από το σίδερο, αυτή θα τους βοηθήσει περισσότερο από κάθε πλούτο και περιουσία. Αυτή θα τους ανεβάσει στην μεγάλη δόξα, και θα τους προξενήσει άφθονη την αγάπη του Θεού».

Βήματα προς τον γάμο
Για να τελεσθεί το μυστήριο του γάμου η σκέψη δύο ανθρώπων που θέλουν να παντρευτούν πρέπει να είναι: «Τι μπορώ να προσφέρω σε αυτόν τον άνθρωπο που αγαπώ;» Πρόκειται για προσωπική θυσία και όχι για προσωπικό κέρδος. Είναι δόσιμο και όχι απολαβή. Είναι θάνατος του θελήματός μας, για χάρη του θελήματος ενός ανθρώπου που αγαπάμε τόσο, ώστε να θυσιάσουμε την υπόλοιπη ζωή μας στο να του προσφέρουμε τα πάντα! Και όταν δεν έχουμε απαιτήσεις από τον σύντροφό μας, τότε δεν θα έχουμε και απογοητεύσεις! Ούτε καυγάδες, ούτε διαζύγια.
Λοιπόν, έχοντας κατά νου όλα αυτά, να σκεφτούν τα εξής: Αγαπώ πραγματικά αυτόν τον άνθρωπο; Μπορώ να περάσω το υπόλοιπο της ζωής μου μαζί της; Τι με αποτρέπει από αυτό; Μήπως θέλω να της πάρω, και όχι να της δώσω; Την βλέπω και την αντιμετωπίζω ως πρόσωπο κατ’ εικόνα Θεού;
Έπειτα πρέπει να γίνει μία διπλή κίνηση αγάπης του άνδρα και της γυναίκας: Πρώτον αποκοπή και ανεξαρτητοποίηση (καταλείψει) από τους γονείς και την πατρική οικογένεια, και δεύτερον συμπόρευση και συνταύτιση (προσκολληθήσεται) με τον ή την ομόζυγο. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι νυμφευόμενοι παύουν να αγαπούν ή να σέβονται τους γονείς τους, αλλά παύουν να εξαρτώνται και να κατευθύνονται από τους γονείς επειδή γίνονται οι ίδιοι γονείς.
Για να δημιουργηθεί με το μυστήριο του γάμου μία κοινωνία αγάπης, πρέπει ο άνδρας και η γυναίκα που θα συζευχθούν να βαδίζουν τον δρόμο που υπέδειξε ο Χριστός: «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθείτω μοι». Δεν είναι δυνατόν να αγαπήσουμε τον σύντροφό μας αν δεν αρνηθούμε τον εαυτό μας. Άλλωστε η αγάπη του ομοζύγου μας είναι ταυτόχρονα ο δρόμος που οδηγεί στην αγάπη του Θεού.
Το πρώτο βήμα για να δημιουργήσουμε μέσα στον γάμο μία κοινωνία αγάπης είναι να αφαιρέσουμε το εγώ μας. Διότι αγάπη σημαίνει ξερίζωμα του εγωισμού, ενώ το εγώ άρνηση της αγάπης. Ο Χριστός είπε: «Ὁ εὑρὼν τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἀπολέσει αὐτήν, καὶ ὁ ἀπολέσας τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἕνεκεν ἐμοῦ εὑρήσει αὐτήν». Εκείνος λοιπόν που χάνει, κερδίζει. Και όποιος νομίζει ότι κέρδισε, είναι χαμένος. Αυτήν την πραγματικότητα βιώνουν οι σύζυγοι μέσα στον γάμο.

Τὸ μυστήριον τοῦτο μέγα ἐστίν
ΠροεπισκόπησηΟ Απόστολος Παύλος, απευθυνόμενους στους Εφεσίους για το μυστήριο του γάμου, τονίζει ότι ο άνδρας οφείλει να αγαπά την γυναίκα του όπως το ίδιο του το σώμα, και καταλήγει: «Τὸ μυστήριον τοῦτο μέγα ἐστίν, ἐγὼ δὲ λέγω εἰς Χριστὸν καὶ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν». Ο αποστολικός αυτός λόγος φανερώνει ότι το μυστήριο του γάμου είναι, κατά τον ιερό Χρυσόστομο (Εἰς Ἐφεσίους), «τῦπος τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Χριστοῦ». «Αἱ γυναῖκες τοῖς ἱδίοις ἀνδρᾶσιν ὑποτάσσεσθε ὡς τῷ Κυρίῳ, ὅτι ὁ ἀνήρ ἐστι κεφαλὴ τῆς γυναικός, ὡς καὶ ὁ Χριστὸς κεφαλὴ τῆς ἐκκλησίας, καὶ αὐτός ἐστι σωτὴρ τοῦ σώματος. Αλλ' ὥσπερ ἡ ἐκκλησία ὑποτάσσεται τῷ Χριστῷ, οὕτω καὶ αἱ γυναῖκες τοῖς ἰδίοις ἀνδράσιν ἐν παντί. οἱ ἄνδρες ἀγαπᾶτε τὰς γυναῖκας ἑαυτῶν, καθὼς καὶ ὁ Χριστὸς ἠγάπησε τὴν ἐκκλησίαν καὶ ἑαυτὸν παρέδωκεν ὑπὲρ αὐτῆς, ἵνα αὐτὴν ἁγιάσῃ καθαρίσας τῷ λουτρῷ τοῦ ὕδατος ἐν ρήματι, ἵνα παραστήσῃ αὐτὴν ἑαυτῷ ἔνδοξον τὴν ἐκκλησίαν, μὴ ἔχουσαν σπίλον ἢ ρυτίδα ἤ τι τῶν τοιούτων, ἀλλ' ἵνα ᾖ ἁγία καὶ ἄμωμος. Οὕτως ὀφείλουσιν οἱ ἄνδρες ἀγαπᾶν τὰς ἑαυτῶν γυναῖκας ὡς τὰ ἑαυτῶν σώματα. Ὁ ἀγαπὼν τὴν ἐαυτοῦ γυναῖκα ἐαυτὸν ἀγαπᾷ».
Ο Χριστός είναι το μέτρο της αγάπης που θα διέπει τον συζυγικό δεσμό: Ο άνδρας αγαπά και φροντίζει την γυναίκα «καθώς ο Χριστός αγάπησε την Εκκλησία». Η γυναίκα υποτάσσεται αγαπητικά στόν άνδρα «όπως η Εκκλησία υποτάσσεται στον Χριστό». Ο Χριστός είναι ο αγαπητικός σύνδεσμος του άνδρα και της γυναίκας και η αγάπη του Χριστού προς την Εκκλησία είναι το μέτρο της αγάπης που προσπαθεί να φθάσει το ζεύγος. Ο άνδρας είναι η κεφαλή, δηλαδή ο κυβερνήτης του σώματος, είναι όμως κυβερνήτης αγάπης προστατευτικής και θυσιαστικής. Και η γυναίκα είναι το σώμα της μητρικής στοργής και προσφοράς.
«Τὸ σῶμα οὐκ ἔστιν ἕν μέλος, ἀλλὰ πολλά» (Προς Κορινθίους Α΄). Σ΄ ένα σώμα υπάρχουν πολλά μέλη τα οποία συνεργάζονται αρμονικά και δίνουν την δυνατότητα σ΄ αυτό να λειτουργεί κανονικά. Όλα συνυπάρχουν και συνδιακονούν το ένα το άλλο. Εάν καταργήσουμε ένα ιδιαίτερο γνώρισμα ενός μέλους του σώματος, το σώμα παύει να λειτουργεί αρμονικά και βρίσκεται σε επικίνδυνη ισσοροπία. Έτσι είναι και ο γάμος.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, σχολιάζοντας το αποστολικό ανάγνωσμα του Γάμου (Ἐγκώμιον εἰς Μάξιμον), λέει: «Όπως ο γαμπρός αφήνει τον πατέρα του και έρχεται προς την νύφη, έτσι και ο Χριστός αφήνοντας τον πατρικό θρόνο ήρθε προς την νύφη. Όταν βέβαια ακούσεις ότι άφησε (τον πατρικό θρόνο), μην σκεφθείς μετακίνηση, αλλά συγκατάβαση».
Επισημαίνει ο ιερομόναχος Γρηγόριος ο Κουτλουμουσιανός (Τὸ μυστήριον τοῦ Γάμου): «Το μυστήριο της αγάπης μέσα στον γάμο εικονίζει το μυστήριο της αγάπης του Χριστού προς την Εκκλησία. Γι΄ αυτό εκείνοι που πέτυχαν να κατακτήσουν μέσα στον γάμο την αληθινή αγάπη, κάνουν δικό τους τον ίδιο τον Χριστό».
Ο γάμος είναι μία ιερή κοινωνία, μία «κατ΄ οἶκον Ἐκκλησία» όπου η αγάπη προς τον Χριστό τον μεταβάλλει σε ιερό θυσιαστήριο, πάνω στο οποίο τελεσιουργείται το μυστήριο της εκκολάψεως χριστιανικών προσωπικοτήτων και επιδιώξεως ωραίων πνευματικών στόχων.

Η έννοια βοηθός για την γυναίκα
Συμπαραστάτης του άνδρα στο κοινό έργο της ολοκλήρωσης μέσα στην αγαπητική κοινωνία και συμπορευτής στον δρόμο για την τελείωση και την ένωση με τον Θεό. Έχει την ίδια τιμή και ίσα δικαιώματα με τον άνδρα.

Όλα κοινά
«Ὧν κοινὸς βίος, κοινὴ δὲ ἡ χάρις, κοινὴ δὲ καὶ ἡ σωτηρία» λέει ο Κλήμης Αλεξανδρεύς (Στρωματείς Β΄). Όλα είναι κοινά: κοινή προσευχή, κοινός εκκλησιασμός, κοινό τραπέζι, κοινός πνευματικός πατέρας, συμμερισμός στις θλίψεις, τους διωγμούς και την χαρά. Τότε η οικογένεια καθίσταται βασικός πυρήνας της κοινωνίας.
ΠροεπισκόπησηΜέσα στον γάμο πρέπει να υπάρχει κοινωνία και αλληλομετάδοση των υλικών και πνευματικών αγαθών. Ό,τι ανήκει στον άνδρα προσφέρεται με αγάπη στην γυναίκα. Ό,τι ανήκει στην γυναίκα προσφέρεται με αγάπη στον άνδρα. Συμβουλεύει στον σύζυγο ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος (Εἰς Ἐφεσίους) όταν αρχίσουν μέσα σ΄ ένα γάμο να ακούγονται "τα δικά μου": «Τι λες καλή μου; Έχεις ακόμη τα δικά σου; Ποια λέξη μπορεί να 'ναι χειρότερη από αυτή; Σώμα δεν έχεις πια δικό σου κι έχεις χρήματα; Δεν είμαστε δύο σώματα μετά το γάμο, αλλά γίναμε ένα. Δεν έχουμε δυο περιουσίες, αλλά μία... Όλα δικά σου είναι, κι εγώ δικός σου είμαι, κορίτσι μου. Αυτό με συμβουλεύει ο Παύλος λέγοντας ότι ο άνδρας δεν εξουσιάζει το σώμα του, αλλά η γυναίκα. Κι αν δεν έχω εγώ εξουσία στο σώμα μου, αλλά εσύ, πόσο μάλλον δικά σου είναι τα χρήματα». Και του δίνει τις εξής συμβουλές πως πρέπει να συμπεριφέρεται στην γυναίκα του: «Λόγια αγάπης να της λες:... Εγώ από όλα, τη δική σου αγάπη προτιμώ και τίποτε δεν μου είναι τόσο βασανιστικό ή δυσάρεστο, όσο το να βρεθώ κάποτε σε διάσταση μαζί σου. Κι αν όλα χρειασθεί να τα χάσω, ...κι αν στους έσχατους βρεθώ κινδύνους, οτιδήποτε κι αν πάθω, όλα μου είναι ανεκτά κι υποφερτά, όσο εσύ μου είσαι καλά. Και τα παιδιά, τότε μου είναι περιπόθητα, εφ΄ όσον εσύ μας συμπαθείς. [...] Ποτέ να μην της μιλάς με πεζό τρόπο, αλλά με φιλοφροσύνη, με τιμή, με αγάπη πολλή. Να την τιμάς, και δε θα βρεθεί στην ανάγκη να ζητήσει την τιμή από άλλους... Να την προτιμάς από όλους για όλα, για την ομορφιά, για τη σωφροσύνη της, και να την εγκωμιάζεις. Να κάνεις φανερό ότι σ' αρέσει η συντροφιά της κι ότι προτιμάς να μένεις στο σπίτι για να είσαι μαζί της από το να βγαίνεις στην αγορά. Από όλους τους φίλους να την προτιμάς, και από τα παιδιά που σου χάρισε, κι αυτά εξαιτίας της να τα αγαπάς».

Το παιδί καρπός αγάπης
Το παιδί είναι καρπός της αγαπητικής ενώσεως του ζεύγους. Καρπός της ομόνοιας ψυχών και σωμάτων. Γέννημα της αγάπης των γονέων. Και αυτή η αγάπη το τρέφει πνευματικά. Αυτή η αγάπη πρέπει να εισπνέει από την σύλληψή του μέχρις ότου δημιουργήσει την δική του οικογένεια. Η στοργή που εισπράττει το παιδί από τους γονείς είναι η μεγαλύτερη κληρονομιά για όλη του ζωή. Σε διαφορετική περίπτωση το παιδί τραυματίζεται ψυχολογικά, απελπίζεται, πληγώνεται, ορισμένα πέφτουν στα ναρκωτικά και κάποια αυτοκτονούν! Γι΄ αυτό οι γονείς πρωτευόντως να αγαπιούνται μεταξύ τους και να παράσχουν στο παιδί τους αγάπη και δευτερευόντως ρούχα, εκπαίδευση, ψυχαγωγία κλπ.
ΠροεπισκόπησηΟ ιερός Χρυσόστομος (Εἰς Κολλοσαεῖς) εξηγεί πως η αγάπη καρποφορεί το παιδί: «Έχει μεγάλη δύναμη η ένωση των συζύγων. Στην αρχή της δημιουργίας, η πανσοφία του Θεού διαίρεσε τον ένα (Αδάμ) σε δύο και θέλοντας να δείξει ότι με την διαίρεση παραμένει πάλι ένας, δεν επέτρεψε να επαρκεί ο ένας για την γέννηση των παιδιών... Είδες το μυστήριο του γάμου; Από τον ένα έφτιαξε άλλον ένα (την Εύα)΄ και πάλι αυτούς τους δύο, αφού τους έκανε ένα με τον γάμο, έτσι δημιούργησε (άλλον) ένα. Επομένως και τώρα ο άνθρωπος γεννάται από έναν άνθρωπο (δηλαδή το συζυγικό ζεύγος). Διότι η γυναίκα και ο άνδρας δεν είναι πλέον δύο άνθρωποι, αλλά ένας άνθρωπος [...] Το παιδί είναι σαν γέφυρα μεταξύ τους, με αποτέλεσμα να γίνωνται οι τρεις μία σάρκα, καθώς το παιδί συνδέει τους δύο γονείς μεταξύ τους». Από τον άνδρα δημιουργήθηκε η γυναίκα και η γυναίκα φέρνει στον κόσμο ένα νέο άνθρωπο!
Η τεκνογονία είναι μία υπεύθυνη και δύσκολη απόφαση, που πρέπει να βρίσκει τους δύο συζύγους σε συμφωνία επί αυτού, αλλά και σε πνευματική -αλλά και υλική ακόμη- κατάσταση ευεπίφορη και δεκτική της τεκνοτροφίας. Η τεκνοτροφία, η καλή παιδεία και ανατροφή, κάνει τους γονείς, λέει και ο ιερός Χρυσόστομος: «Οὐ τό σπεῖραι ποιεῖ πατέρα μόνον, ἀλλά τό παιδεῦσαι καλῶς΄ οὐδέ τό κυῆσαι μητέρα ἐργάζεται, ἀλλά τό θρέψαι καλῶς». Από την άλλη, η τεκνογονία χωρίς προϋποθέσεις μπορεί να καταλήξει ναυάγιο πνευματικό για τους γονείς αυτούς.
Ο άνθρωπος με την τεκνοποιία καθίσταται συνδημιουργός του Θεού, καθώς δημιουργεί ανθρώπους, εικόνες Θεού. Με την τεκνογονία αυξάνεται η Εκκλησία, γιατί τα γεννώμενα παιδιά τους γίνονται πολίτες της Βασιλείας του Θεού. Η τεκνογονία λοιπόν δεν είναι αποκλειστικός σκοπός του γάμου, είναι όμως ο γλυκός και θαυμαστός καρπός του, όπου ο Θεός τον παρέχει, διότι ο Θεός δίδει την κύηση (Α΄ Βασιλειών 1, 19. 27. Ρούθ 4,13).

Επίλογος
Ο Γάμος δεν είναι ένα κοινωνικό γεγονός στο οποίο προτεραιότητα θα δοθούν τα λαμπρά ρούχα, τα κοσμήματα, τα ημίγυμνα φορέματα. Είναι ένα μυστήριο θυσιαστικής αγάπης που χαρακτηρίζεται από την διαρκή προσφορά του ενός προς τον άλλον. Οι σύζυγοι με το μυστήριο του γάμου δέχονται την χάρη και την ευλογία του Χριστού. Με το ισχυρό αυτό πνευματικό εφόδιο καλούνται να βγουν στο πέλαγος της ζωής και να υπερνικήσουν με την αρετή της αγάπης κάθε δυσκολία που θα συναντήσουν στην πορεία τους. Στο πλοίο της ζωής πρέπει να συνταξιδεύει ο Χριστός, που μπορεί με τον λόγο Του να γαληνεύσει την τρικυμισμένη θάλασσα. Μην ξεχνάμε στην παραζάλη των προετοιμασιών να Τον καλέσουμε να συμπορευθεί μαζί μας.
Η αγάπη είναι η αρχή και το τέλος των αρετών. Αγάπη σημαίνει να είναι στην ζωή σου πάντα πρώτος ο άλλος. Αγάπη είναι το νόημα της ζωής. Αγάπη είναι «μηδεὶς τὸ ἑαυτοῦ, ἀλλὰ τὸ τοῦ ἑτέρου ἕκαστος». Η χαρά του άλλου είναι χαρά μου. Ο πόνος του είναι δικός μου πόνος. Όταν ζούμε έτσι μέσα στον γάμο, όλα τα προβλήματα αντιμετωπίζονται αθόρυβα, διακριτικά και ειρηνικά. Η αγάπη είναι «κραταιὰ ὡς θάνατος», αν υπάρχει πραγματική αγάπη, άδολη αγάπη, αγνή αγάπη, θυσιαστική αγάπη νικιέται και ο θάνατος από αυτήν και οι αγαπώντες κληρονομούν την αιώνια ζωή.
Είθε ο Χριστός να χαρίζει την γεύση αυτής της αγάπης Του σε κάθε χριστιανική οικογένεια. Αμήν.

Θ.Χ.

Δευτέρα 13 Απριλίου 2015

ΟΙ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΑΓΙΟΙ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΕΣ

Γράφει φοιτητής του Τμήματος Ποιμαντικής & Κοινωνικής Θεολογίας του Α.Π.Θ.

Με αφορμή την ιερή μνήμη του Αγίου Αποστόλου και Ευαγγελιστού Μάρκου στις 25 Απριλίου, θα μιλήσουμε για τον βίο και το έργο των τεσσάρων ιερών Ευαγγελιστών Ματθαίου, Μάρκου, Λουκά και Ιωάννου. Και οι τέσσερις, όπως και υπόλοιποι Άγιοι Απόστολοι, διασκορπίστηκαν από τα Ιεροσόλυμα για να κηρύξουν «Ἰησοῦν Χριστὸν ἐσταυρωμένον καὶ ἀναστάντα». Για να κηρύξουν και να μαρτυρήσουν, όχι μία θεωρητική διδασκαλία ή κάποιο φιλοσοφικό σύστημα που έφτιαξε κάποιος σ΄ ένα σπουδαστήριο, αλλά Αυτόν «που φάγαμε και ήπιαμε μαζί» όπως έλεγε ο Απόστολος Πέτρος. Και συνέχιζε «Αυτόν τον κάρφωσαν στον Σταυρό και τον σκότωσαν. Ο Θεός όμως Τον ανέστησε την τρίτη ημέρα από τον θάνατό Του». Θεμέλιο του κηρύγματος των Αποστόλων ήταν η Ανάσταση του Ιησού Χριστού. Αυτή είναι η ζωή και η δύναμη της Εκκλησίας, αυτή είναι η μαρτυρία της Πίστεως. Αυτή εξηγεί την ύπαρξη της Εκκλησίας και μεταβάλλει τον κόσμο. Το Ευαγγέλιο, είναι κήρυγμα γεγονότων, γεγονότα που έγιναν μπροστά στα μάτια πολλών ανθρώπων. Το Ευαγγέλιο και όλα βιβλία της Αγίας Γραφής είναι βιβλία θεόπνευστα και ιερά. Αυτό σημαίνει ότι είναι μεν γραμμένα από ανθρώπινο χέρι αλλά με την επιστασία του Αγίου Πνεύματος. Το Άγιο Πνεύμα, χωρίς την προσωπικότητα του συγγραφέα, επιστατεί σ΄ εκείνο που θα γράψει. Παράδειγμα, ενώ οι Ευαγγελιστές μιλούν για το ίδιο γεγονός, ο καθένας το αποδίδει με το δικό του τρόπο. Το Ευαγγέλιο είναι χάρις και αλήθεια. Αλήθεια και οδός. Δηλαδή δεν είναι θεωρία αλλά είναι Αγάπη και ζωή. Επάνω σε τόσο απλά και σε τόσο σταθερά θεμέλια οικοδομείται η αλήθεια του Θεού, το κήρυγμα των Αποστόλων και η σοφία της Εκκλησίας.
Ο Ιησούς Χριστός δεν ήταν συγγραφέας. Δεν έγραψε και δεν άφησε στους μαθητές Του κανένα σύστημα διδασκαλίας, γιατί ο Θεός δεν γράφει, αλλά ομιλεί. Και οι άνθρωποι που ακούνε τον Θεό αποτυπώνουν και γράφουν αυτά που συλλαμβάνει η καρδιά τους. Και δεν το γράφουν τόσο στα χαρτιά, όσο τα τυπώνουν στην μνήμη και στην καρδιά τους. Οι Ευαγγελιστές και οι Απόστολοι δεν έγραψαν επειδή είχαν κάποια φιλοδοξία να γίνουν συγγραφείς, αλλά έγραψαν για να εκπληρώσουν ένα ιερό χρέος, που το υπαγόρευε η ανάγκη της Εκκλησίας.
Ο τελώνης Ματθαίος στην Ιουδαία, στην Παρθία, την Μηδία και την Αιθιοπία, ο Μάρκος στην Αίγυπτο και την Λιβύη, ο ιατρός Λουκάς στην Βοιωτία, στην Μακεδονία, στην Αχαΐα, στην Δαλματία, στην Ιταλία, στην Γαλλία και στην Τρωάδα, ο ψαράς Ιωάννης στα Ιεροσόλυμα, στην Μικρά Ασία, στην Σαμαρεία και στην Ελλάδα κήρυξαν με παρρησία τον λόγο του Θεού, διέδωσαν το Ευαγγέλιο, άνοιξαν τους οφθαλμούς της καρδίας πολλών ανθρώπων από την πλάνη της ειδωλολατρίας, βάπτιζαν «εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος», έκαναν θαύματα για να πιστέψουν οι άνθρωποι στην Αλήθεια και δημιούργησαν τοπικές Εκκλησίες. Είναι αυτοί που βεβαιώνουν και με τον λόγο αλλά περισσότερο με την ίδια τους την ζωή ότι αυτά τα οποία που είδαν με τα μάτια και αυτά που άκουσαν με τα αυτιά τους μας τα μεταφέρουν ως αυτόπτες μάρτυρες.

Κανένας άνθρωπος δεν θα πέθαινε για ένα ψέμα, έναν μύθο ή ένα αθέατο υπερφυσικό ον. Οι Απόστολοι μαρτύρησαν για Εκείνον που έζησε τρία χρόνια μαζί τους, που συνομίλησε μαζί τους, που συνέφαγε και ήπιε μαζί τους στο ίδιο τραπέζι, που Τον είδαν να προδίδεται, να συλλαμβάνεται, να μαστιγώνεται, να σταυρώνεται, να ανασταίνεται και να αναλαμβάνεται στους ουρανούς. Το Άγιο Πνεύμα, η ακλόνητη πίστη, η μνήμη των όσων έζησαν και η δύναμη που αντλούσαν από τα λόγια αλλά προ πάντων από την Ανάσταση του Χριστού ήταν το κουράγιο και η αντοχή μπροστά στα φρικτά βασανιστήρια. Ο Ματθαίος «διὰ πυρὸς ὑπὸ τῶν ἀπίστων ἐτελειώθη» στην Ιεράπολη της Συρίας. Ο Μάρκος συνελήφθη από τους ειδωλολάτρες κατοίκους της Αλεξάνδρειας, τον έδεσαν και τον έσερναν στις πέτρες, τον φυλάκισαν και επανέλαβαν το βασανιστήριο. Ο Λουκάς υπέστη φρικτό θάνατο απαγχονίζοντάς τον σ΄ ένα ελαιόδενδρο στην Έφεσο. Ο Ιωάννης αφού υπεβλήθη σε φρικτά βασανιστήρια (ήπιε δηλητήριο, ρίφθηκε σε πιθάρι με βραστό λάδι) πέθανε εξόριστος στην Πάτμο. Το Ευαγγέλιο είναι ευαγγέλιο κόστους. Και επιβεβαιώνεται έτσι ο λόγος του Χριστού: «Ὁ εὑρὼν τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἀπολέσει αὐτήν, καὶ ὁ ἀπολέσας τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἕνεκεν ἐμοῦ εὑρήσει αὐτήν». Και όντως, οι Ευαγγελιστές έχασαν την ψυχή τους, αλλά κέρδισαν την αιώνια ζωή και το άφθαρτο στεφάνι του μαρτυρίου και της αγιότητας και έγιναν καθοδηγητές και πνευματικοί φάροι για εκατομμύρια ανθρώπους εδώ και 20 αιώνες!
Το έργο των Ευαγγελιστών αλλά και όλων των Αποστόλων ήταν έργο της σοφίας και της δυνάμεως του Θεού. Δεν υπήρξε έργο ανθρώπων. Θα ήταν αδύνατο, άνθρωποι φτωχοί και άσημοι όπως οι Άγιοι Απόστολοι, να πετύχουν ένα τόσο μεγάλο κατόρθωμα, εκείνο που δεν πέτυχαν οι ισχυρότεροι της γης. Πόλεμοι και αναστατώσεις των εθνών μετέβαλαν τον χάρτη της γης. Άλλαξαν την όψη της γης. Λαοί και πολιτισμοί ήλθαν και παρήλθαν. Στήθηκαν μνημεία και ανθρώπινα δημιουργήματα για να μείνει το όνομα των ισχυρών επάνω στην γη. Τίποτα όμως απ΄ όλα αυτά δεν έμεινε. Το μόνο που μένει είναι το Πνεύμα του Θεού και ο αψευδής λόγος Του μέσα στους αιώνες. Το Άγιο Πνεύμα που ζωοποιεί την άψυχη ύλη, που νικά, που δημιουργεί ενότητα, που εδραιώνει την ειρήνη, που φέρνει στους ανθρώπους την αγάπη, που ανακαινίζει την καρδιά, που φωτίζει τον νου, που καθοδηγεί την πράξη, που διακηρύσσει την αλήθεια. 
Ο Χριστός δεν θέλει οπαδούς, θέλει μαθητές«Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αὐτοὺς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν». Είθε ο Θεός με τις πρεσβείες των Αγίων ενδόξων Αποστόλων και Ευαγγελιστών Ματθαίου, Μάρκου, Λουκά και Ιωάννου να μας δώσει το τάλαντο της αποστολικής δράσης και διακονίας για να κηρύσσουμε «έργοις και λόγοις» «Ἰησοῦν Χριστὸν ἐσταυρωμένον καὶ ἀναστάντα» ώστε να βρουν και άλλοι συνάνθρωποι μας την οδό της ολοκλήρωσης και της σωτηρίας. Αμήν.

ΠΑΝΝΥΧΙΣ

Προλογίζει και επιμελείται φοιτητής του Τμήματος Ποιμαντικής & Κοινωνικής Θεολογίας του Α.Π.Θ.

Κατά την μέση βυζαντινή περίοδο οι ακολουθίες του νυχθημέρου τελούνταν κατά δύο παράλληλα τυπικά: Το Ασματικό ή Κοσμικό και το Μοναστικό. Το λεγόμενο Ασματικό ή Κοσμικό Βυζαντινό Τυπικό εφαρμοζόταν στις ενοριακές εκκλησίες των πόλεων, σε αντίθεση με το Μοναστηριακό ή Μοναστικό Τυπικό που ίσχυε στα Μοναστήρια. Από τον 13ο – 14ο αιώνα, εδώ και περίπου 800 χρόνια, το Μοναστικό Τυπικό επιβλήθηκε σιγά – σιγά και στις ενορίες, με αποτέλεσμα την «εξαφάνιση» των ακολουθιών του Ασματικού Βυζαντινού Τυπικού. Το Κοσμικό Τυπικό είχε δύο βασικές ακολουθίες: τον Εσπερινό και τον Όρθρο και για την Μεγάλη Τεσσαρακοστή άλλες δύο: την Τριθέκτη και την Παννυχίδα.
Η «Παννυχίς» σύγκειται από εναρκτήριο ψαλμό (τον 90ό, «Ο κατοικών εν βοηθεία του υψίστου») και τρεις ενότητες αντιφώνων, δηλαδή συναπτών δεήσεων - ευχών - ψαλμών (των 119, 120, 121), στους απαγγελλόμενους στίχους των οποίων αντιφωνούνται ψαλλόμενα, αρμόδια εφύμνια τροπάρια (π.χ. «Φύλαξόν με, Κύριε», «Ελεήμον, Κύριε, ελέησόν με» κα). Ακολουθεί διπλό προκείμενο και ευαγγελικό ανάγνωσμα, ο αρχαίος ύμνος «Ή ασώματος φύσις», το μέγα «Κύριε, ελέησον» που ψάλλεται 46 φορές και οι δύο ευχές της απολύσεως και της κεφαλοκλισίας. Τελούνταν επισυναπτόμενη στον Εσπερινό ως μικρή αγρυπνία, κατά τους εσπερινούς μεγάλων εορτών στην εορταστική της μορφή, και την Μεγάλη Τεσσαρακοστή στην Κατανυκτική της μορφή αντί του Μοναχικού Μεγάλου Αποδείπνου με το οποίο έχει αρκετά κοινά στοιχεία. Αργότερα περιορίσθηκε η τέλεσή της την Α΄ εβδομάδα των Νηστειών και τη Μεγάλη Εβδομάδα μέχρι την οριστική της εγκατάλειψη και την αντικατάστασή της από το Μοναχικό Απόδειπνο. Ψαλλόταν μέχρι τα μέσα του 13ου - αρχές του 14ου αιώνα, ενώ κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας λησμονήθηκε και περιέπεσε σε αχρησία.
Η «Παννυχίς» απεκατεστάθη ψαλτικά και μελοποιήθηκε από τον διακεκριμένο μουσικολόγο, ομότιμο Καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Γρηγόριο Στάθη και τελέσθηκε για πρώτη φορά, μετά από αιώνες σιωπής, στον ιερό ναό αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, το έτος 1996, με πρωτοβουλία της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών και έγκριση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος.

                                    Η ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΗΣ ΠΑΝΝΥΧΙΔΟΣ

Δ: Εὐλόγησον, Δέσποτα.
Ι: Εὐλογημένη ἡ βασιλεία τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

Λ: Ἀμήν.

Ψαλμός ϟ΄ (90) Ἦχος πλ. δ΄.
- Ο κατοικών ἐν βοηθείᾳ τοῦ ῾Υψίστου, ἐν σκέπῃ τοῦ Θεοῦ τοῦ οὐρανοῦ αὐλισθήσεται.
Φύλαξὸν με Κύριε.
- Ἐρεῖ τῷ Κυρίῳ· ἀντιλήπτωρ μου εἶ καὶ καταφυγή μου, ὁ Θεός μου, καὶ ἐλπιῶ ἐπ᾿ αὐτόν.
Φύλαξὸν με Κύριε.
- Ὅτι αὐτὸς ρύσεταί σε ἐκ παγίδος θηρευτῶν καὶ ἀπὸ λόγου ταραχώδους. 
Φύλαξὸν με Κύριε.
- Ἐν τοῖς μεταφρένοις αὐτοῦ ἐπισκιάσει σοι, καὶ ὑπὸ τὰς πτέρυγας αὐτοῦ ἐλπιεῖς, ὅπλῳ κυκλώσει σε ἡ ἀλήθεια αὐτοῦ.
Φύλαξὸν με Κύριε.
- Οὐ φοβηθήσῃ ἀπὸ φόβου νυκτερινοῦ, ἀπὸ βέλους πετομένου ἡμέρας, ἀπὸ πράγματος ἐν σκότει διαπορευομένου, ἀπὸ συμπτώματος καὶ δαιμονίου μεσημβρινοῦ.
Φύλαξὸν με Κύριε.
- Πεσεῖται ἐκ τοῦ κλίτους σου χιλιὰς καὶ μυριὰς ἐκ δεξιῶν σου, πρὸς σὲ δὲ οὐκ ἐγγιεῖ.
Φύλαξὸν με Κύριε.
- Πλὴν τοῖς ὀφθαλμοῖς σου κατανοήσεις καὶ ἀνταπόδοσιν ἁμαρτωλῶν ὄψει.
Φύλαξὸν με Κύριε.
- Ὅτι σύ, Κύριε, ἡ ἐλπίς μου· τὸν ῞Υψιστον ἔθου καταφυγήν σου.
Φύλαξὸν με Κύριε.
- Οὐ προσελεύσεται πρὸς σὲ κακά, καὶ μάστιξ οὐκ ἐγγιεῖ ἐν τῷ σκηνώματί σου.
Φύλαξὸν με Κύριε.
- Ὅτι τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ ἐντελεῖται περὶ σοῦ τοῦ διαφυλάξαι σε ἐν πάσαις ταῖς ὁδοῖς σου.
Φύλαξὸν με Κύριε.
- Ἐπὶ χειρῶν ἀροῦσί σε, μήποτε προσκόψῃς πρὸς λίθον τὸν πόδα σου.
Φύλαξὸν με Κύριε.
- Ἐπὶ ἀσπίδα καὶ βασιλίσκον ἐπιβήσῃ καὶ καταπατήσεις λέοντα καὶ δράκοντα.
Φύλαξὸν με Κύριε.
- Ὅτι ἐπ᾿ ἐμὲ ἤλπισε, καὶ ρύσομαι αὐτόν· σκεπάσω αὐτόν, ὅτι ἔγνω τὸ ὄνομά μου.
Φύλαξὸν με Κύριε.
- Κεκράξεται πρός με, καὶ ἐπακούσομαι αὐτοῦ, μετ᾿ αὐτοῦ εἰμι ἐν θλίψει· ἐξελοῦμαι αὐτόν, καὶ δοξάσω αὐτόν.
Φύλαξὸν με Κύριε.
- Μακρότητα ἡμερῶν ἐμπλήσω αὐτὸν καὶ δείξω αὐτῷ τὸ σωτήριόν μου.
Φύλαξὸν με Κύριε.
- Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι. Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Φύλαξὸν με Κύριε.

ΕΙΡΗΝΙΚΑ

Δ: Ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
Λ: Κύριε, ἐλέησον.
Δ: Ὑπὲρ τῆς ἄνωθεν εἰρήνης καὶ τῆς σωτηρίας τῶν ψυχῶν ἡμῶν, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
Ὑπὲρ τῆς εἰρήνης τοῦ σύμπαντος κόσμου, εὐσταθείας τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησιῶν καὶ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
Ὑπὲρ τοῦ ἁγίου οἴκου τούτου καὶ τῶν μετὰ πίστεως, εὐλαβείας καὶ φόβου Θεοῦ εἰσιόντων ἐν αὐτῷ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
Ὑπὲρ τῶν εὐσεβῶν καὶ ὀρθοδόξων χριστιανῶν, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
Ὑπὲρ τοῦ Πατρὸς καὶ Ἀρχιεπισκόπου ἡμῶν (τοῦδε), τοῦ τιμίου πρεσβυτερίου, τῆς ἐν Χριστῷ διακονίας, παντὸς τοῦ κλήρου καὶ τοῦ λαοῦ, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
Ὑπέρ τοῦ εὐσεβοῦς ἡμῶν Ἔθνους καὶ τοῦ κατὰ ξηρὰν, θάλασσαν καὶ ἀέρα φιλοχρίστου ἡμῶν στρατοῦ, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
Ὑπὲρ τῆς πόλεως ταύτης, πάσης πόλεως καὶ χώρας καὶ τῶν πίστει οἰκούντων ἐν αὐταῖς, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
Ὑπὲρ εὐκρασίας ἀέρων, εὐφορίας τῶν καρπῶν τῆς γῆς, καὶ καιρῶν εἰρηνικῶν, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
Ὑπὲρ πλεόντων, ὁδοιπορούντων, ἀεροπορούντων, νοσούντων, καμνόντων, αἰχμαλώτων καὶ τῆς σωτηρίας αὐτῶν, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
Ὑπὲρ τοῦ ῥυσθῆναι ἡμᾶς ἀπὸ πάσης θλίψεως, ὀργῆς, κινδύνου καὶ ἀνάγκης, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
Ἀντιλαβοῦ, σῶσον, ἐλέησον καὶ διαφύλαξον ἡμᾶς, ὁ Θεός, τῇ σῇ χάριτι.
Τῆς Παναγίας, ἀχράντου, ὑπερευλογημένης, ἐνδόξου δεσποίνης ἡμῶν, Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας, μετὰ πάντων τῶν Ἁγίων μνημονεύσαντες, ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους καὶ πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα.
Λ: Σοί, Κύριε.

Εὐχὴ Ἀντιφώνου Α´
Ι: Οἱ κατὰ τὸν καιρὸν τῆς ἡμέρας τῇ θεωρίᾳ τῆς ἐν τῇ κτίσει μεγαλουργίας σου ἐντρυφήσαντες, Κύριε, καὶ δι᾿ αὐτῆς σὲ τὸν γενεσιουργὸν τῶν ἁπάντων καὶ τῶν ὑπερφυῶν θαυμάτων ποιητὴν ὑπερεκπλαγέντες καὶ δοξάσαντες, καὶ μετὰ τὴν ταύτης παρέλευσιν ἀξίως αἴνεσίν σοι προσάγομεν, κατανοοῦντες τῆς μεγάλης σου σοφίας τὴν πρόνοιαν· ὅτι ἔθου σκότος καὶ ἐγένετο νύξ, ἀνθρώποις μὲν κόπων ἀνάπαυσιν φέρουσα, θηρίοις δὲ τροφῆς πορισμόν· καὶ μετὰ τοῦ προφήτου βοῶμέν σοι· Ὡς ἐμεγαλύνθη τὰ ἔργα σου, Κύριε, πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας. Δεόμεθα δέ, φιλάνθρωπε δέσποτα, μὴ ἐπιδῦναι ἡμῖν ἐπὶ τῷ παροργισμῷ τῶν ἡμετέρων ἁμαρτιῶν σὲ τὸν τῆς δικαιοσύνης ἥλιον, ἀλλὰ διὰ παντὸς ἡμᾶς τῷ φωτισμῷ τῆς σῆς καταλάμπεσθαι χάριτος, ἵνα ἐν ἡμέρᾳ καὶ νυκτὶ δοξάζωμέν σου τὴν ἀκατάληπτον μεγαλειότητα.
Ὅτι πρέπει σοι πᾶσα δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνησις τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Λ: Ἀμὴν.

Α΄ Αντίφωνον. Ἦχος πλ. α΄. Ψαλμὸς ριθ΄ (119)
- Πρὸς Κύριον ἐν τῷ θλίβεσθαί με ἐκέκραξα, καὶ εἰσήκουσέ μου.
Ὥς οἰκτίρμων Κύριε, σπλαγχνήσθητι ἐπὶ τὸν λαόν σου, ὡς μακρόθυμος διαλλάγηθι καὶ ἐλέησον ἡμᾶς.
Κύριε, ρῦσαι τὴν ψυχήν μου ἀπὸ χειλέων ἀδίκων καὶ ἀπὸ γλώσσης δολίας.
Ὥς μακρόθυμος διαλλάγηθι καὶ ἐλέησον ἡμᾶς.
Μετὰ τῶν μισούντων τὴν εἰρήνην ἤμην εἰρηνικός.
Ὥς μακρόθυμος διαλλάγηθι καὶ ἐλέησον ἡμᾶς.
Ὅταν ἐλάλουν αὐτοῖς, ἐπολέμουν με δωρεάν.
Ὥς μακρόθυμος διαλλάγηθι καὶ ἐλέησον ἡμᾶς.
Δόξα. Καὶ νῦν.
Ὥς μακρόθυμος διαλλάγηθι καὶ ἐλέησον ἡμᾶς.
Ὥς οἰκτίρμων Κύριε, σπλαγχνήσθητι ἐπὶ τὸν λαόν σου, ὡς μακρόθυμος διαλλάγηθι καὶ ἐλέησον ἡμᾶς.

Μικρά Συναπτή
Δ: Ἔτι καὶ ἔτι, ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
Λ: Κύριε, ἐλέησον.
Δ: Ἀντιλαβοῦ, σῶσον, ἐλέησον καὶ διαφύλαξον ἡμᾶς, ὁ Θεός, τῇ σῇ χάριτι.
Λ: Κύριε, ἐλέησον.
Δ: Τῆς Παναγίας, ἀχράντου, ὑπερευλογημένης, ἐνδόξου δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας, μετὰ πάντων τῶν Ἁγίων μνημονεύσαντες, ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους καὶ πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα.
Λ: Σοί, Κύριε.

Εὐχὴ Ἀντιφώνου Β´
Ι: Σὲ τὸ ἀΐδιον καὶ ἀνέσπερον φῶς, ὁ Θεὸς ἡμῶν, παρ᾿ ᾧ οὐκ ἔστι παραλλαγὴ ἢ τροπῆς ἀποσκίασμα ἐν τῷ παρόντι καιρῷ τῆς νυκτὸς ἀνυμνοῦντες δεόμεθα συγγρηγορεῖν τοῖς σωματικοῖς ὀφθαλμοῖς, καὶ τοὺς τῆς διανοίας ἡμῶν λογισμοὺς ἐν τῇ θεωρίᾳ τῆς δόξης σου καταξίωσον, καὶ μή τινα νυσταγμὸν ψυχῆς ὑπομείναντας στερηθῆναι τῆς πνευματικῆς φωνῆς τῆς ἐν σοὶ ἀγαλλιάσεως καὶ ἐξομολογήσεως, ἀλλ᾿ ἐν ψαλμοῖς καὶ ὕμνοις καὶ ᾠδαῖς πνευματικαῖς ᾄδοντες ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν καὶ ἐν τῷ στόματι ἡμῶν σοὶ τῷ Θεῷ τῆς παρὰ σοῦ σωτηρίας τυχεῖν ἡμᾶς, ὅπως καὶ τοῦ ἤχου τῶν ἑορταζόντων ἐν οὐρανοῖς ἀπολαύειν αἰωνίως ἀξιωθῶμεν.
Ὅτι ηὐλόγηται καὶ δεδόξασται τὸ πάντιμον καὶ μεγαλοπρεπὲς ὄνομά σου, τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Λ: Ἀμὴν.

Β΄ Αντίφωνον. Ἦχος β΄. Ψαλμὸς ρκ΄ (120)
- Ἦρα τοὺς ὀφθαλμούς μου εἰς τὰ ὄρη, ὅθεν ἥξει ἡ βοήθειά μου.
Τῆς εὐσπλαγχνίας τὴν πύλην, ἄνοιξον ἡμῖν, εὐλογημένη Θεοτόκε· ἐλπίζοντες εἰς σὲ μὴ ἀστοχήσωμεν· ρυσθείημεν διὰ σοῦ τῶν περιστάσεων· σὺ γὰρ εἶ ἡ σωτηρία τοῦ γένους τῶν χριστιανῶν.
- Ἡ βοήθειά μου παρὰ Κυρίου τοῦ ποιήσαντος τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν.
Ρυσθείημεν διὰ σοῦ τῶν περιστάσεων· σὺ γὰρ εἶ ἡ σωτηρία τοῦ γένους τῶν χριστιανῶν.
- Κύριος φυλάξει σε ἀπὸ παντὸς κακοῦ, φυλάξει τὴν ψυχήν σου ὁ Κύριος.
Ρυσθείημεν διὰ σοῦ τῶν περιστάσεων· σὺ γὰρ εἶ ἡ σωτηρία τοῦ γένους τῶν χριστιανῶν.
- Κύριος φυλάξει τὴν εἴσοδόν σου καὶ τὴν ἔξοδόν σου ἀπὸ τοῦ νῦν καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος.
Ρυσθείημεν διὰ σοῦ τῶν περιστάσεων· σὺ γὰρ εἶ ἡ σωτηρία τοῦ γένους τῶν χριστιανῶν.
Δόξα. Καὶ νῦν.
Ρυσθείημεν διὰ σοῦ τῶν περιστάσεων· σὺ γὰρ εἶ ἡ σωτηρία τοῦ γένους τῶν χριστιανῶν.
Τῆς εὐσπλαγχνίας τὴν πύλην, ἄνοιξον ἡμῖν, εὐλογημένη Θεοτόκε· ἐλπίζοντες εἰς σὲ μὴ ἀστοχήσωμεν· ρυσθείημεν διὰ σοῦ τῶν περιστάσεων· σὺ γὰρ εἶ ἡ σωτηρία τοῦ γένους τῶν χριστιανῶν.

Μικρά Συναπτή
Δ: Ἔτι καὶ ἔτι, ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
Λ: Κύριε, ἐλέησον.
Δ: Ἀντιλαβοῦ, σῶσον, ἐλέησον καὶ διαφύλαξον ἡμᾶς, ὁ Θεός, τῇ σῇ χάριτι.
Λ: Κύριε, ἐλέησον.
Δ: Τῆς Παναγίας, ἀχράντου, ὑπερευλογημένης, ἐνδόξου δεσποίνης ἡμῶν, Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας, μετὰ πάντων τῶν Ἁγίων μνημονεύσαντες, ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους καὶ πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα.
Λ: Σοί, Κύριε.

Εὐχὴ Ἀντιφώνου Γ´
Ι: Ὁ τὴν ἄϋπνον καὶ ἀκατάπαυστον δοξολογίαν ὑπὸ τῶν ἐν οὐρανοῖς ἀσωμάτων καὶ νοερῶν δυνάμεων δεχόμενος Θεός, αἷς οὐχ ὑπάρχει φῶς ὑλικόν, ἀλλὰ τῆς σῆς ἀπροσίτου δόξης ἡ ἀΐδιος ἔλλαμψις τὸ ἀδιάστατον αὐταῖς τῆς ἁγιαστικῆς σου λατρείας χαρίζεται, ἐπίβλεψον ἐπὶ τὴν ἡμετέραν ταπείνωσιν, καὶ πρόσδεξαι τὴν ἐν συμμέτρῳ τῆς ἀνθρωπίνης ἀσθενείας μιμήσει τῶν ἐπουρανίων νόων προσαγομένην σοι παρ᾿ ἡμῶν νυκτερινὴν ὑμνῳδίαν, μὴ πρὸς τὸ ἀνάξιον ἀφορῶν τῆς ἡμετέρας ζωῆς, ἀλλὰ πρὸς τὸ ἄμετρον τῆς σῆς ἀγαθότητος, δι᾿ ἧς καὶ παρήγαγες ἡμᾶς ἐκ μὴ ὄντων καὶ πρὸς τὸ εἶναι συντηρεῖς, καὶ τῆς σῆς αἰνέσεως τὴν εὐωδίαν διὰ τῶν ἁγίων σου γραφῶν ἐνέπνευσας ἡμῖν αἰνεῖν σὲ τὸν μόνον ἅγιον, ἄῤῥητόν τε καὶ ἀκατάληπτον τῶν ἁπάντων ποιητὴν καὶ δεσπότην· ὃν προσκυνοῦντες δοξάζομεν, αἰτούμενοι τὴν ἐκ τοῦ σκότους τῆς ἁμαρτίας ἀπολύτρωσιν καὶ τὴν ἐν τῷ φωτὶ τοῦ προσώπου σου ἀτελεύτητον μακαριότητα.
Ὅτι σὸν τὸ κράτος καὶ σοῦ ἐστιν ἡ βασιλεία καὶ ἡ δύναμις καὶ ἡ δόξα, τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Λ: Ἀμὴν.

[Ο Ιερεύς κατά το Γ΄ Αντίφωνο θυμιάζει την Αγία Τράπεζα, την Προσκομιδή, τις ιερές Εικόνες, τους πιστούς και όλον τον Ναό].

Γ΄ Αντίφωνον. Ἦχος β΄. Ψαλμὸς ρκα΄ (121)
- Εὐφράνθην ἐπὶ τοῖς εἰρηκόσι μοι· εἰς οἶκον Κυρίου πορευσόμεθα.
Ἐλέησον ἡμᾶς Κύριε, ἐλέησον ἡμᾶς· πάσης γὰρ ἀπολογίας ἀποροῦντες, ταύτην σοι τὴν ἱκεσίαν ὡς Δεσπότῃ, οἱ ἁμαρτωλοὶ προσφέρομεν· ἐλέησον ἡμᾶς.
- Ἑστῶτες ἦσαν οἱ πόδες ἡμῶν ἐν ταῖς αὐλαῖς σου, ῾Ιερουσαλήμ
Ταύτην σοι τὴν ἱκεσίαν ὡς Δεσπότῃ, οἱ ἁμαρτωλοὶ προσφέρομεν· ἐλέησον ἡμᾶς.
-Ἕνεκα τῶν ἀδελφῶν μου καὶ τῶν πλησίον μου, ἐλάλουν δὴ εἰρήνην περὶ σοῦ.
Ταύτην σοι τὴν ἱκεσίαν ὡς Δεσπότῃ, οἱ ἁμαρτωλοὶ προσφέρομεν· ἐλέησον ἡμᾶς.
-Ἕνεκα τοῦ οἴκου Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, ἐξεζήτησα ἀγαθά σοι.
Ταύτην σοι τὴν ἱκεσίαν ὡς Δεσπότῃ, οἱ ἁμαρτωλοὶ προσφέρομεν· ἐλέησον ἡμᾶς.
Δόξα. Καὶ νῦν.
Ταύτην σοι τὴν ἱκεσίαν ὡς Δεσπότῃ, οἱ ἁμαρτωλοὶ προσφέρομεν· ἐλέησον ἡμᾶς.
Ψαλμὸς ν΄ (50)
- Ἐλέησον μέ, ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου ἐξάλειψον τὸ ἀνόμημά μου.
Ἐλεῆμον Κύριε, ἐλέησον με.
- Ἐπὶ πλεῖον πλῦνον μὲ ἀπὸ τῆς ἀνομίας μου καὶ ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας μου καθάρισον μέ.
Ἐλεῆμον Κύριε, ἐλέησον με.
- Ὅτι τὴν ἀνομίαν μου ἐγὼ γινώσκω, καὶ ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μου ἐστὶ διαπαντός.
Ἐλεῆμον Κύριε, ἐλέησον με.
- Σοὶ μόνω ἥμαρτον καὶ τὸ πονηρὸν ἐνώπιόν σου ἐποίησα, ὅπως ἂν δικαιωθῆς ἐν τοὶς λόγοις σου, καὶ νικήσης ἐν τῷ κρίνεσθαί σέ.
Ἐλεῆμον Κύριε, ἐλέησον με.
- Ἰδοὺ γὰρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην, καὶ ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησε μὲ ἡ μήτηρ μου.
Ἐλεῆμον Κύριε, ἐλέησον με.
- Ἰδοὺ γὰρ ἀλήθειαν ἠγάπησας, τὰ ἄδηλα καὶ τὰ κρύφια της σοφίας σου ἐδήλωσας μοί.
Ἐλεῆμον Κύριε, ἐλέησον με.
- Ραντιεῖς μὲ ὑσσώπω, καὶ καθαρισθήσομαι. πλυνεῖς μέ, καὶ ὑπὲρ χιόνα λευκανθήσομαι.
Ἐλεῆμον Κύριε, ἐλέησον με.
- Ἀκουτιεῖς μοὶ ἀγαλλίασιν καὶ εὐφροσύνην, ἀγαλλιάσονται ὀστέα τεταπεινωμένα. 
Ἐλεῆμον Κύριε, ἐλέησον με.
- Ἀπόστρεψον τὸ πρόσωπόν σου ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν μου καὶ πάσας τᾶς ἀνομίας μου ἐξάλειψον.
Ἐλεῆμον Κύριε, ἐλέησον με.
- Καρδίαν καθαρὰν κτίσον ἐν ἐμοί, ὁ Θεός, καὶ πνεῦμα εὐθὲς ἐγκαίνισον ἐν τοὶς ἐγκάτοις μου.
Ἐλεῆμον Κύριε, ἐλέησον με.
- Μὴ ἀπορρίψης μὲ ἀπὸ τοῦ προσώπου σου καὶ τὸ πνεῦμα σου τὸ ἅγιον μὴ ἀντανέλης ἀπ' ἐμοῦ.
Ἐλεῆμον Κύριε, ἐλέησον με.
- Ἀπόδος μοὶ τὴν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου σου καὶ πνεύματι ἠγεμονικῶ στήριξον μέ.
Ἐλεῆμον Κύριε, ἐλέησον με.
- Διδάξω ἀνόμους τᾶς ὁδούς σου καὶ ἀσεβεῖς ἐπὶ σὲ ἐπιστρέψουσι.
Ἐλεῆμον Κύριε, ἐλέησον με.
- Ρῦσαι μὲ ἐξ αἱμάτων, ὁ Θεὸς, ὁ Θεὸς τῆς σωτηρίας μου, ἀγαλλιάσεται ἡ γλώσσα μου τὴν δικαιοσύνην σου.
Ἐλεῆμον Κύριε, ἐλέησον με.
- Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου.
Ἐλεῆμον Κύριε, ἐλέησον με.
- Ὅτι εἰ ἠθέλησας θυσίαν, ἔδωκα ἂν΄ ὁλοκαυτώματα οὐκ εὐδοκήσεις.
Ἐλεῆμον Κύριε, ἐλέησον με.
- Θυσία τῷ Θεῷ πνεῦμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμένην ὁ Θεὸς οὐκ ἐξουδενώσει.
Ἐλεῆμον Κύριε, ἐλέησον με.
- Ἀγάθυνον, Κύριε, ἐν τὴ εὐδοκία σου τὴν Σιῶν, καὶ οἰκοδομηθήτω τὰ τείχη Ἱερουσαλήμ.
Ἐλεῆμον Κύριε, ἐλέησον με.
- Τότε εὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, ἀναφορὰν καὶ ὁλοκαυτώματα.
Ἐλεῆμον Κύριε, ἐλέησον με.
- Τότε ἀνοίσουσιν ἐπὶ τὸ θυσιαστήριόν σου μόσχους.
Ἐλεῆμον Κύριε, ἐλέησον με.
- Δόξα. Καὶ νῦν.
Ἐλεῆμον Κύριε, ἐλέησον με.
Ἐλέησον ἡμᾶς Κύριε, ἐλέησον ἡμᾶς· πάσης γὰρ ἀπολογίας ἀποροῦντες, ταύτην σοι τὴν ἱκεσίαν ὡς Δεσπότῃ, οἱ ἁμαρτωλοὶ προσφέρομεν· ἐλέησον ἡμᾶς

[Επακολουθεί διπλό προκείμενο και ευαγγελικό ανάγνωσμα].

Δ: Τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
Λ: Κύριε, ἐλέησον.
Ι: Ὅτι Ἅγιος εἶ ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ ἐν ἁγίοις ἐπαναπαύῃ, καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν, τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Λ: Ἀμήν. Πᾶσα πνοὴ αἰνεσάτω τὸν Κύριον (ἐκ γ').
Δ: Καὶ ὑπέρ τοῦ καταξιωθῆναι ἡμᾶς τῆς ἀκροάσεως τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου, Κύριον τὸν Θεὸν ἡμῶν ἱκετεύσωμεν.
Λ: Κύριε, ἐλέησον (γ΄).
Δ: Σοφία. Ὀρθοί, ἀκούσωμεν τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου.
Ι: Εἰρήνη πᾶσι.
Λ: Καὶ τῷ πνεύματί σου.
Ι: Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννου ἁγίου Εὐαγγελίου...
Δ: Πρόσχωμεν.
Λ: Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι.

[Ακολουθεί Ευαγγελικό Ανάγνωσμα με θέμα την προσευχή]
Λ: Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι.

Ἦχος πλ. β΄
Λ: Ἡ ἀσώματος φύσις, τὰ Χερουβείμ, ἀσιγήτοις σε ὕμνοις, δοξολογεῖ.
Ἑξαπτέρυγα ζῷα, τὰ Σεραφείμ, ταῖς ἀπαύστοις φωναῖς σε, ὑπερυψοῖ.
Τῶν Ἀγγέλων τε πᾶσα ἡ στρατιά, τρισαγίοις σὲ ᾄσμασιν, εὐφημεῖ.
Πρὸ γὰρ πάντων ὑπάρχεις, ὁ ὢν Πατήρ, καὶ συνάναρχον ἔχεις, τὸν σὸν Υἱόν.
Καὶ ἰσότιμον φέρων, Πνεῦμα ζωῆς, τῆς Τριάδος δεικνύεις, τὸ ἀμερές.
Παναγία Παρθένε, Μήτηρ Θεοῦ, οἱ τοῦ Λόγου αὐτόπται, καὶ ὑπουργοί,
Προφητῶν καὶ Μαρτύρων, πάντες χοροί, ὡς ἀθάνατον ἔχοντες, τὴν ζωήν.
Ὑπὲρ πάντων πρεσβεύσατε, ἐκτενῶς, ὅτι πάντες ὑπάρχομεν, ἐν δεινοῖς.
Ἵνα πλάνης ῥυσθέντες, τοῦ πονηροῦ, τῶν Ἀγγέλων βοήσωμεν, τὴν ᾠδήν.
Α: Ἅγιε, Ἅγιε, Ἅγιε, Τρισάγιε Κύριε, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς, Ἀμήν. 
Λ: Κύριε, ἐλέησον (46άκις).

Δέησις
Δ: Ἔτι δεόμεθα καὶ ὑπὲρ τοῦ εἰσακοῦσαι Κύριον τὸν Θεὸν φωνῆς τῆς δεήσεως ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν, καὶ ἐλεῆσαι ἡμᾶς.
Λ: Κύριε, ἐλέησον (τρίς).

Εὐχὴ τῆς ἀπολύσεως
Δ: Τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
Λ: Κύριε, ἐλέησον.
Ι: Δέσποτα παντοκράτορ, ἀκατάληπτε, ἡ ἀρχίφωτος καὶ ἀπερινόητος οὐσία, ὁ τῆς μονογενοῦς καὶ ἐνυποστάτου σου σοφίας Πατήρ, ὁ τοῦ ζωοποιοῦ Σου καὶ παντοδυνάμου Πνεύματος προβολεύς, ὁ διὰ σπλάγχνα ἐλέους καὶ ἄφατον ἀγαθότητα μὴ παριδὼν μου τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν τῷ σκότει τῆς ἀμαρτίας συνεχομένην, ἀλλὰ τὰ θεῖα φῶτα τῶν ἱερῶν σου διδαγμάτων διὰ νόμου καὶ Προφητῶν ἀναλάμψας ἡμῖν, ὕστερον δὲ ἡμῖν Αὐτὸν τὸν ἀληθινὸν καὶ ἄδυτον τῆς δικαιοσύνης Ἥλιον, τὸν Μονογενῆ Σου Υἱὸν εὐδοκήσας διὰ σαρκὸς ἀνατεῖλαι καὶ πρὸς τὴν λάμψιν τοῦ σοῦ φωτισμοῦ ὁδηγῆσαι, γεννηθήτω τὰ ὦτα Σου προσέχοντα εἰς τὴν φωνὴν τῆς δεήσεως ἡμῶν καὶ δώρησαι ἡμῖν ἐν ἀγρύπνῳ καὶ νηφούσῃ ψυχῇ πᾶσαν τὴν τοῦ παρόντος νύκτα ἡμᾶς διελθεῖν ἐκδεχομένους τῆς ἡμέρας τοῦ Χριστοῦ Σου καὶ Θεοῦ ἡμῶν, τοῦ κριτοῦ τῶν ἁπάντων, τὴν παρουσίαν, ἵνα μὴ ἀναπεπτωκότες καὶ ὑπνώσαντες ἀλλ΄ ἐγρηγοροῦντες καὶ διεγηγερμένοι ἐν τῇ ἐργασίᾳ τῶν ἐντολῶν αὐτοῦ εὐρεθῶμεν καὶ εἰς τὴν χαρὰν αὐτοῦ τοῦ Κυρίου εἰσέλθωμεν, ἕνθα ἀπέδρα ὀδύνη, λύπη καὶ στεναγμός, ἕνθα εὐφραινομένων πάντων ἡ κατοικία ἐν Σοι.
Ὅτι ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος Θεὸς ὑπάρχεις καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Λ: Ἀμὴν.

Εὐχὴ τῆς κεφαλοκλισίας
Ι: Εἰρήνη πᾶσι.
Λ: Καὶ τῷ πνεύματί σου.
Δ: Τὰς κεφαλὰς ἡμῶν τῷ Κυρίῳ κλίνωμεν.
Λ: Σοί, Κύριε.
Ι: Κύριε ὁ Θεός ἡμῶν, κλῖνον τὰς καρδίας ἡμῶν εἰς ὑπακοὴν τῶν θείων Σου προσταγμάτων καὶ ἀπόστρεψον τοὺς ὁφθαλμοὺς τῆς διανοίας ἡμῶν τοῦ μὴ προσκεῖσθαι τῇ κοσμικῇ ματαιότητι ἀλλὰ ἐνατενίζειν τῷ κάλλει τῆς δόξης Σου διαπαντὸς καταξίωσον.
Ὅτι σύ εἶ ὁ Θεός ἡμῶν, Θεός τοῦ ἐλεεῖν καί σώζειν, καί σοί τήν δόξαν ἀναπέμπομεν, τῷ Πατρί, καί τῷ Υἱῷ, καί τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καί ἀεί, καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Λ: Ἀμὴν.

Δ: Ἐν εἰρήνῃ προέλθωμεν.

Σάββατο 11 Απριλίου 2015

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ

Γράφει φοιτητής του Τμήματος Ποιμαντικής & Κοινωνικής Θεολογίας του Α.Π.Θ.

Προεπισκόπηση«Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωὴν χαρισάμενος».
Η Ανάσταση του Χριστού είναι ο θεμέλιος λίθος της Εκκλησίας και η βάση του χριστιανικού κηρύγματος. Δεν είναι ένας «σεσοφισμένος μύθος», κάποια φιλοσοφική δόξα και ιδεολογία αλλά ιστορικό γεγονός και υπερφυές θαύμα το οποίο στεριώνει τις ελπίδες μας, εγγυάται την ζωή μας, αναστηλώνει τα ερείπια πού σωριάζει κάθε μέρα η κακία και η αμαρτία και προβάλλει την αλλαγή του τρόπου της ύπαρξής μας.
Ο Χριστός με τον θάνατό Του, νίκησε τον θάνατο και την απελπισία. Όντας στην υπόστασή Του Θεός και στην φύση Του άνθρωπος, πεθαίνει πάνω στον Σταυρό ως άνθρωπος και συντρίβει και καταργεί τον θάνατο τελεσίδικα! Πλέον ο θάνατος έχει τον προσωρινό χαρακτήρα ύπνου. Γι΄ αυτό, κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να φοβάται τον θάνατο. Πλέον τους νεκρούς τους λέμε κεκοιμημένους και τα μέρη που τους θάβουμε κοιμητήρια και όχι νεκροταφεία.
Με την Ανάστασή Του, ο Χριστός έφερε την αναδημιουργία του ανθρώπου. Λέει ο Απόστολος Παύλος προς τους Κορινθίους: «Στον Αδάμ, τον πρώτο άνθρωπο, δόθηκε η φυσική ζωή. Αντίθετα στον έσχατο Αδάμ, τον Χριστό, δόθηκε το Πνεύμα και έγινε η πηγή της ζωής». Ο Αδάμ με την ανυπακοή έφερε τον πνευματικό θάνατο στο ανθρώπινο γένος και άλλαξε την χρήση της ψυχής του ανθρώπου. Ο Χριστός όμως «ἐταπείνωσεν ἑαυτὸν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ». Έτσι, με την υπακοή Του έγινε ο πρώτος τέλειος άνθρωπος, μας χάρισε την αιώνια ζωή και την αθανασία. Μας έδειξε ότι υπάρχει και άλλος δρόμος! Ο δρόμος της Ζωής. Ο δρόμος που οδηγεί στην Βασιλεία του Θεού. Πλέον ο θάνατος, η φθορά, η κακία και η αμαρτία δεν έχουν καμία δύναμη!
Ανάσταση σημαίνει: άφεση, συγχώρηση, μεταμόρφωση και ανάπλαση της σχέσης μας με τον Θεό, τον εαυτό μας, τους ανθρώπους και αυτόν τον κόσμο μέσα στον οποίο ζούμε.
Ανάσταση σημαίνει ακόμα, ότι έχουμε την δυνατότητα να προσεγγίσουμε πραγματικά την αλήθεια και το μυστήριο της ύπαρξής μας.
Η Ανάσταση δεν είναι λοιπόν ένα απλό ιστορικό γεγονός. Αντίθετα είναι ένα γεγονός που τα αποτελέσματα του πάνω στον άνθρωπο είναι τα ίδια σήμερα όπως ήτανε και δυο χιλιάδες χρόνια πριν. Είναι το κατ΄ εξοχήν σωτηριολογικό γεγονός, δηλαδή γεγονός που έγινε για την σωτηρία όλων των ανθρώπων.
Η Ανάσταση είναι ημέρα χαράς. Χαρά για την νίκη κατά του θανάτου και την αναδημιουργία του ανθρώπου. Είναι ημέρα ελπίδας και προσδοκίας. Ελπίδα για το ότι είναι «πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι» στον Θεό και προσδοκία για την αιώνια ζωή. Είναι ημέρα μίας νέας δημιουργίας. «Χθὲς συνεθαπτόμην σοι Χριστὲ συνεγείρομαι σήμερον ἀναστάντι σοι». Όχι μόνον ο Χριστός αλλά και εμείς συνανασταινόμαστε μαζί Του εάν προηγουμένως συσταυρωθήκαμε και συνεκρωθήκαμε.
«Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι, προσκυνήσωμεν ἅγιον Κύριον Ἰησοῦν, τὸν μόνον ἀναμάρτητον. Τὸν Σταυρόν σου Χριστὲ προσκυνοῦμεν καὶ τὴν ἁγίαν σου Ἀνάστασιν ὑμνοῦμεν καὶ δοξάζομεν· σὺ γὰρ εἶ Θεὸς ἡμῶν, ἐκτὸς σοῦ ἄλλον οὐκ οἴδαμεν, τὸ ὄνομά σου ὀνομάζομεν. Δεῦτε πάντες οἱ πιστοί, προσκυνήσωμεν τὴν τοῦ Χριστοῦ ἁγίαν ἀνάστασιν· ἰδοὺ γὰρ ἦλθε διὰ τοῦ Σταυροῦ χαρὰ ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ. Διὰ παντὸς εὐλογοῦντες τὸν Κύριον, ὑμνοῦμεν τὴν ἀνάστασιν αὐτοῦ· Σταυρὸν γὰρ ὑπομείνας δι᾿ ἡμᾶς, θανάτῳ θάνατον ὤλεσεν».

Χριστός Ανέστη! Αληθώς Ανέστη ο Κύριος!

Σάββατο 4 Απριλίου 2015

ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ

Γράφει ένας φοιτητής του Τμήματος Ποιμαντικής & Κοινωνικής Θεολογίας του Α.Π.Θ.

Έχουμε μία μοναδική και ευλογημένη ευκαιρία την φετινή Μεγάλη Εβδομάδα. Να βιώσουμε τα μεγάλα γεγονότα των Παθών του Κυρίου. Αρκεί να το θέλουμε! Οι ιερές ακολουθίες, τα Ευαγγελικά αναγνώσματα και οι κατανυκτικοί ύμνοι της Μεγάλης Εβδομάδας θα μας βοηθήσουν στο να ζήσουμε τα θεία γεγονότα. Αλλά μόνο όταν συμπορευθούμε μαζί με τον Χριστό, την κεφαλή του Σώματός μας, της Εκκλησίας, στην πορεία προς το πάθος, την Σταύρωση και την Ανάσταση. Όταν συμμετάσχουμε σ΄ όλα τα μαρτύρια Του και δεν τα παρακολουθούμε σαν απλοί θεατές. Όταν καταλάβουμε ότι ο Χριστός τα υπέμεινε όλα για μας!
Το Σάββατο των Βαΐων εορτάζουμε την Ανάσταση του φίλου του Χριστού Λαζάρου για να μας προετοιμάσει για την μεγάλη και ζωηφόρο Ανάσταση του Ιησού Χριστού. Και ξεκινούν τα μεγάλα γεγονότα:
Την Κυριακή των Βαΐων θα μπούμε και εμείς «πρὸ ἓξ ἡμερῶν τοῦ Πάσχα» στα Ιεροσόλυμα, μαζί με τον Χριστό. Θα κρατήσουμε στα χέρια μας τα βάγια. Θα τα ανεμίσουμε στον αέρα και θα φωνάξουμε: «Ὡσαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις· εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου».
Την Μεγάλη Τετάρτη, ευρισκόμενοι στην Βηθανία, θα πάμε στο σπίτι του Σίμωνος του λεπρού. Εκεί, θα μυρίσουμε το πολύτιμο μύρο, που θα χυθεί στα πόδια του Χριστού.
Την Μεγάλη Πέμπτη, θα καθίσουμε μαζί με τον Χριστό στο τελευταίο Δείπνο. Εκεί θα μας πει:  «Λάβετε, φάγετε· τοῦτό μού ἐστι τὸ σῶμα». Και θα μας δώσει το ψωμί που θα είναι πλέον το Σώμα Του. Έπειτα θα μας πει: «Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες· τοῦτό ἐστι τὸ αἷμά μου, τὸ τῆς καινῆς Διαθήκης». Και θα μας δώσει το κρασί που θα είναι πλέον το Αίμα Του.
Μετά, θα πάμε στον κήπο της Γεθσημανής για να προσευχηθούμε μαζί με τον Χριστό στον Θεό Πατέρα. Θα αγανακτήσουμε όταν δούμε τους άγριους ροπαλοφόρους έτοιμους να συλλάβουν τον Κύριό μας. Θα δαγκώσουμε τα χείλη μας, όταν ο προδότης Ιούδας θα Του δώσει το δόλιο φίλημα. Θα είμαστε μαζί με τον Χριστό όταν θα Τον δικάζουν. Στην αυλή του Άννα και του Καΐάφα. Στον λιθόστρωτο του Πιλάτου.
Την Μεγάλη Παρασκευή, θα πονέσουμε όταν ακούσουμε τους Εβραίους να φωνάζουν: «Σταύρωσον, σταύρωσον Αὐτόν». Θα πονέσουμε και με τους εμπαιγμούς των στρατιωτών με την κόκκινη χλαμύδα, με το ακάνθινο στεφάνι, τα αγκάθια του οποίου θα τρυπούν την κεφαλή του Κυρίου μας. Θα πάμε στον Γολγοθά. Θα σφιχθεί η καρδιά μας όταν δούμε τον Χριστό να λυγίζει κάτω από το χονδροκομμένο ξύλου του Σταυρού. Θα σφίξουμε τα χέρια μας από πόνο, καθώς θα ακούσουμε τους χτύπους των καρφιών. Και όταν θα πλησιάζει στο στόμα του Χριστού, ο σπόγγος με το ξύδι και την χολή, εμείς θα κλείσουμε τα μάτια μας. Θα κλάψουμε. Θα κλάψουμε δυνατά, όταν θα ακούσουμε τους Του λόγους: «Τετέλεσται. Πάτερ, εἰς χεῖρας σου παρατίθεµαι τὸ πνεῦµά µου». Θα Τον δούμε μετέωρο, μεταξύ ουρανού και γης, τον Χριστό μας χωρίς κάλλος, νεκρό.
- Όμως γιατί ο Χριστός τα έπαθε όλα αυτά; Γιατί προδίδεται, περιπαίζεται, μαστιγώνεται; Γιατί υπέμεινε τους εμπτυσμούς, τα κολαφίσματα, τις ύβρεις, τα καρφιά, την λόγχη; Γιατί καταδικάζεται; Γιατί σταυρώνεται; Γιατί ποτίζεται με όξος και χολή; Γιατί πεθαίνει και θάπτεται;
- Από αγάπη. Τόσο μεγάλη και απερίγραπτη είναι η αγάπη του Θεού, που κατεβαίνει στην γη, γίνεται άνθρωπος και πεθαίνει για τον άνθρωπο! «Ο Χριστός έγινε άνθρωπος, για να γίνουμε εμείς θεοί. Φανερώθηκε με ανθρώπινο σώμα, για να μπορέσουμε εμείς να έχουμε ορθή αντίληψη για τον αόρατο Πατέρα. Yπέμεινε την ατίμωση από τους ανθρώπους, για να κληρονομήσουμε εμείς την αθανασία» τονίζει ο Μέγας Αθανάσιος.
- Γιατί ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο;
- Από αγάπη και όχι από ανάγκη. Ο Θεός, όντας κοινωνία τριών προσώπων, κοινωνία ελευθερίας και αγάπης, μας έπλασε από αγάπη για να μας την μεταδώσει αυτήν την αγάπη. Το να αγαπάς σημαίνει να μοιράζεσαι. Δημιούργησε τον άνθρωπο για να τον έχει κοντά Του, να κοινωνεί μαζί Του. Αλλά ο άνθρωπος να μπορέσει να φθάσει σ΄ αυτήν την κοινωνία με την θέληση και την προσπάθειά του.
Ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο, τον τίμησε με την δική Του εικόνα, δηλαδή την ελευθερία, το μυαλό και την λογική, τον τοποθέτησε στον Παράδεισο και του υποσχέθηκε πως εάν τηρούσε τις εντολές Του θα του χαρίσει την αιώνια ζωή. Αλλά ο άνθρωπος δεν άκουσε τον Θεό που τον δημιούργησε. Άκουσε το φίδι και έχασε τον Παράδεισο. Έτσι, έχασε και την αιώνια ζωή που του υποσχέθηκε ο Θεός. Ο Θεός όμως δεν μας ξέχασε. «Oὐ ἀπεστράφη τὸ πλάσμα Aὐτοῦ εἰς τέλος, ὅ ἐποίησεν, οὐδὲ ἐπελάθετο ἔργον χειρῶν Aὐτοῦ, ἀλλ΄ ἐπεσκέψατο πολυτρόπως διὰ σπλάγχνα ἐλέους Aὐτοῦ». Έστειλε Προφήτες, έκανε έργα δυνάμεως με τους Αγίους Του, μας έδωσε τον Νόμο για βοήθεια, έβαλε Αγγέλους φύλακες. Και όταν συμπληρώθηκαν τα χρόνια έστειλε τον Υιό Του, τον Χριστό. Ο Χριστός σαρκώθηκε από την αγία Παρθένο Μαρία, έζησε στον κόσμο, δίδαξε την αλήθεια και την αγάπη, έφερε το μήνυμα της ειρήνης και έδωσε εντολές που οδηγούν στον Θεό και την αιώνια ζωή. Και αφού μας καθάρισε με το νερό του Βαπτίσματος και μας αγίασε με το Άγιο Πνεύμα, έδωσε τον εαυτό Του αντάλλαγμα στον θάνατο. Κατέβηκε στον άδη πεθαίνοντας στον Σταυρό και αναστήθηκε την τρίτη ημέρα ετοιμάζοντας τον δρόμο για κάθε άνθρωπο να αναστηθεί από τους νεκρούς. Πάνω στο ξύλο του Σταυρού, σήκωσε τα πάθη και τις αμαρτίες του ανθρωπίνου γένους. Με τον θάνατό Του, νίκησε τον θάνατο και την απελπισία. Με την Ανάστασή Του, μας χάρισε την αιώνια ζωή και την αθανασία, μας έδωσε χαρά και στέριωσε τις ελπίδες μας. Μας έδειξε ότι υπάρχει και άλλος δρόμος! Ο δρόμος της ζωής. Γιατί ο θάνατος, η φθορά, η κακία και η αμαρτία δεν έχουν καμία δύναμη.
«Αυτός είναι λοιπόν ο προορισμός του ανθρώπου, προς τον οποίο απέβλεπε ο Θεός, όταν τον δημιουργούσε: η άφθαρτη ζωή. Σ' αυτήν θα φθάσει όταν απαλλαγεί το σώμα του από την φθορά και η θέλησή του από την αμαρτία» σημειώνει ο Άγιος Νικόλαος ο Καβάσιλας. Ο Χριστός μας έδειξε τον δρόμο και τον τρόπο με το ήθος και την ζωή Του, με τον Σταυρό και την Ανάστασή Του.
- Αυτήν την φορά θα ανεβούμε και εμείς στον σταυρό μας;
- Θα αρνηθούμε το εγώ μας;
- Θα συντρίψουμε τον παλαιό μας εαυτό;
- Θα θανατώσουμε τα αμαρτωλά μας πάθη;
- Θα συγχωρήσουμε όπως ο Χριστός;
- Θα αγαπήσουμε όπως Εκείνος;
- Θα πεθάνουμε θυσιαστικά μαζί Του;
Τότε, οπωσδήποτε και θα αναστηθούμε μαζί Του!

Καλό Πάσχα! Καλή Ανάσταση!