Του Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώρου Χατζηευστρατίου, εφημερίου του Ι.Ν. Αγίας Παρασκευής πόλεως Κοζάνης.
α’. Κάθε Δεσποτικὴ καὶ Θεομητορικὴ ἐορτή, σεβαστοὶ Πατέρες καὶ ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἔχει τὴν προεόρτια ἡμέρα, τὴν κυριώνυμη ἡμέρα τῆς ἐορτῆς καὶ τὴν ἡμέρα τῆς ἀποδόσεως τῆς ἐορτῆς. Σήμερα, λοιπόν, «ἐλθόντες ἐπὶ τὴν ἠλίου δύσιν, ἰδόντες φῶς ἑσπερινόν» τελοῦμε τὴν ἀπόδοση τῆς Θεομητορικῆς ἐορτῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου· κλείνει δηλαδὴ ὁ κύκλος αὐτῆς τῆς Ἐορτῆς. Μᾶς δίνεται ἡ ἀφορμὴ σήμερα, καὶ λόγῳ τῆς ἀποδόσεως καὶ λόγῳ τῆς Πανηγύρεως αὐτῆς τῆς Ἐνορίας, νὰ μιλήσουμε τὸ Ἱερώτατο καὶ πανάγιο πρόσωπο τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου.
β’. Οἱ λόγοι στέκονται πτωχότατοι, ὅταν θέλουμε νὰ μιλήσουμε γιὰ τὴν Θεοτόκο. Τὰ ἀνάμεικτα συναισθήματα καὶ ἡ συγκίνηση μᾶς κατακλύζουν, ἀναλογιζόμενοι «τὰς πολλὰς εὐεργεσίας ἅς ὑπερεκένωσε εἰς ἡμᾶς». Ὡστόσο, ὑπάρχει μία φράση ποὺ εἶπε ἡ Θεοτόκος ποὺ σηματοδοτεῖ καὶ νοηματοδεῖ τὶ σημαίνει νὰ εἶσαι Χριστιανός. Ἦταν ἡ φράση ποὺ εἶπε ὅταν ἦταν 15 ἐτῶν στὸν Ἀρχάγγελο Γαβριὴλ, τότε ποὺ Τῆς ἔφερε τὴν καλὴ εἴδηση ὅτι ἐξελέγη ἀπὸ τὸν Θεὸ προκειμένου νὰ γίνει ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ:
γ’. «Ἰδοῦ ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥήμα σου» (Λουκ. 1,38) εἶπε. Δὲν εἶναι μία ἀπλὴ ἀπάντηση τὸ νὰ θέλεις νὰ εἶσαι δοῦλος Κυρίου καὶ νὰ δηλώνεις μὲ κάθε ἀποφασιστικότητα πὼς θὰ γίνεται στὴν ζωή σου τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι τὸ δικό σου. Μόλις εἶπε ἡ Παναγία αὐτὴ τὴν φράση, τότε ἦλθε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο καὶ τὴν καθάρισε ἀπὸ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα, ζῶντας ἡ ἴδια πρώτη τὴν Πεντηκοστή. Κυοφόρησε στὰ σπλάγχνα Της τὸν Θεό, Τοῦ δάνεισε τὴν δική Της γαστέρα καὶ τὸ δικό Της αἷμα, καὶ Τὸν χάρισε σὲ ὅλη τὴν οἰκουμένη! Ἡ Παναγία εἶναι ἡ ἀφορμὴ τῆς χαρᾶς μας καὶ τῆς σωτηρίας μας. Ἀλλὰ γιὰ νὰ ὑπάρξει αὐτὴ ἡ ἀφορμή, ἔγινε «δούλη Κυρίου».
δ’. Ἡ ἴδια πρόσκληση, ἀδελφοί μου, νὰ γίνουμε «δοῦλοι Κυρίου», ἀπευθύνεται καὶ σὲ ἑμᾶς. Γίναμε μεν δούλοι τοῦ Θεοῦ, ὅταν βαπτισθήκαμε, ἀλλὰ ὁ πραγματικὸς Χριστιανὸς δὲν μένει στὰ λόγια, ἀλλὰ ἀγωνίζεται ἰσόβια νὰ εἶναι δοῦλος Θεοῦ. Ὅταν κοινωνεῖ ὁ Χριστιανός, ὁ Ἱερέας λέει: «Μεταλαμβάνει ὁ δοῦλος ἤ ἡ δούλη τοῦ Θεοῦ», ὅταν κηδεύεται ἤ ὅταν τελοῦμε τὸ μνημόσυνό του «τὸν κεκοιμημένον δοῦλον τοῦ Θεοῦ». Ὅταν βαπτίζεται «Βαπτίζεται ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ», ὅταν παντρεύεται «Ἀρραβωνίζεται» ἤ «στέφεται ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ».
στ’. Ἄρα, τὸ νὰ εἴμαστε «δοῦλοι Κυρίου» σημαίνει νὰ ἔχουμε τρεῖς ἀρετές: Καλωσύνη, ἔλεος καὶ εὐγένεια. Τὶ σημαίνει νὰ εἴμαστε καλοί, ἐλεήμονες καὶ εὐγενεῖς, ὅπως ἡ Θεοτόκος. Ἄς τὰ βροῦμε στὸν βίο τῆς Θεοτόκου μετὰ τὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου, ἔτσι ὅπως μᾶς τὰ διασώζει ἡ παράδοση, ἡ ὑμνολογία καὶ οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Πρῶτα νὰ δοῦμε τὴν καλωσύνη. Ἡ καλωσύνη τῆς Θεοτόκου ἦταν ἀνεξάντλητη καὶ ἀνέκφραστη. Μετὰ τὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου καὶ τὴν Πεντηκοστή, ἡ Θεοτόκος ἦταν ἡ μεγάλη παρηγοριὰ & ἐλπίδα τῶν Χριστιανῶν.
ζ’. Ἔδινε ἡ Παναγία την ἴαση στοὺς ἀρρώστους, παρηγοριὰ σὲ θλιμένους, στερέωνε τὴν πίστη στοὺς ἀπίστους ἤ στοὺς ὀλιγοψύχους, ἐνίσχυε τὴν ἐλπίδα, ἐνστάλαζε τὴν Θεία Χάρη μέσα στὴν καρδιά κι ἔδινε ἀγάπη καὶ πέλαγος χαρᾶς. Ἔφερνε μὲ τὸ φωτεινὸ ἀπὸ θεία δόξα πρόσωπό της τοὺς ἁμαρτωλοὺς σὲ διόρθωση, σὲ μετάνοια. Ἀκόμα κι αὐτοὺς ποὺ τὴν συκοφαντοῦσαν, τοὺς ἔδινε τὴν εὐχή της. Ἀρκεῖ νὰ ἀκούσουμε τὴν ἐξῆς ἱστορία:
η’. Ὅταν ὁ Χριστὸς πάνω στὸν Σταυρὸ εἶπε στὸν Ἰωάννη νὰ τὴν παραλάβει «στὰ ἴδια», δηλαδὴ στὸ σπίτι του, δίπλα ἀπὸ τὸ σπίτι του, ἦταν τὸ σπίτι τοῦ Ἀρχιερέα Καϊάφα. Ἡ Παναγία συναντοῦσε σχεδὸν καθημερινὰ τὸν Καϊάφα καὶ πάντοτε ζητοῦσε τὴν εὐχή του. Ἔλεγε: «τὴν εὐχή σου, Ἀρχιερεῦ τοῦ Θεοῦ». Κι αὐτὸς τὴν ὕβριζε καὶ τὴν βλασφημοῦσε. Ἡ Παναγία δὲν ἀπαντοῦσε τίποτα. Καὶ μάλιστα στὸν ἄνθρωπο ποὺ κατεδίκασε τὸ παιδί Της. Σεβόταν τὴν Ἀρχιερωσύνη καὶ κάθε ἄνθρωπο. Τὴν ὥρα ποὺ Τὴν ἔβριζε, Αὐτὴ τὸν εὐλογοῦσε! Αὐτὸ σημαίνει ταπείνωση. Νὰ ξέρεις τὶ ἔχεις καὶ ποιὸς εἶσαι καὶ πὼς ὅ,τι εἶσαι τὸ ὀφείλεις στὸν Θεό. Ὅταν εἶσαι ταπεινός, πραγματικὰ ταπεινός, ὄχι στὰ λόγια & στοὺς μορφασμούς, ἀδιαφορεῖς στὶς συκοφαντίες τῶν ἀνθρώπων.
θ’. Ἡ κακία ὅμως τῶν ἀνθρώπων δὲν σταμάτησε ἐκεῖ. Ἐπειδὴ διαδιδόταν τὸ Χριστιανικὸ κήρυγμα σὲ ὅλα τὰ πλάτη τῆς γῆς καὶ αὐτὸ ὀφείλοταν ἐν πολλοῖς κι ἀπὸ τὴν παρουσία καὶ μορφὴ τῆς Θεοτόκου, ὁ Καϊάφας συγκάλεσε τοὺς Γραμματεῖς καὶ Φαρισαίους καὶ εἰσηγήθηκε τὴν δυσφήμηση πρῶτα καὶ ὕστερα τὴν σύλληψη, τὸν βασανισμὸ καὶ τέλος τὴν δολοφονία τῆς Θεοτόκου. Ὅπως μᾶς διασώζει ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς ἀπεφάσισαν νὰ κάψουν τὸ σπίτι τῆς Θεοτόκου. Ὅταν ἔριξαν τὴν φωτιά, οἱ Ἄγγελοι ποὺ τὴν προστάτευαν, ἔστρεψαν τὴν φωτιὰ σ’ αὐτοὺς ποὺ τὴν ἔριχναν καὶ τελικῶς καίγονταν αὐτοί. Βλέποντας αὐτό τὸ θαυμαστὸ γεγονός, πίστεψαν ἀκόμα περισσότεροι στὸν ἀληθινὸ Θεό. Ὅταν εἶσαι δοῦλος Κυρίου γνωρίζεις ὅτι ἔχεις νὰ περάσεις πολλά, πολλά, ἐπικίνδυνα καὶ ἀπρόσμενα…
ι’. Ἄς σταθοῦμε στὸ δεύτερο χαρακτηριστικὸ: τὸ ἔλεος. Τὸ ἔλεος τῆς Θεοτόκου ἦταν ἀμέτρητο. Ἀπίστευτο πλῆθος ἀνθρώπων, Χριστιανῶν καὶ μη, ἤθελε νὰ συναντήσει τὴν Θεοτόκο καὶ Τὴν ἐπισκέπτονταν στὸ σπίτι της. Δὲν ὑπῆρχε ἄνθρωπος ποὺ ἔφυγε ἀπὸ τὸ σπίτι τῆς Θεοτόκου χωρὶς νὰ λάβει τὸ ἔλεός Της. Ἔδινε στὸν καθένα αὐτὸ ποὺ εἶχε πραγματικά εἶχε ἀνάγκη.
ια’. Διασώζεται καὶ τὸ ἐξῆς γεγονὸς ποὺ φανερώνει τὸ ἄπειρο ἔλεος τῆς Θεοτόκου: Ἡ μητέρα τοῦ Ἰοῦδα κάποτε φιλοξενήθηκε ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν Παναγία. Κι ὅταν κάποιοι ἀκραίοι Χριστιανοί πῆγαν νὰ βλάψουν τὴν μάνα τοῦ Ἰοῦδα, ἡ Παναγία μπῆκε μπροστὰ καὶ εἶπε: «Ἀδελφοί μου, καὶ οἱ δύο χάσαμε παιδιά». Κι ἀναρωτιόμαστε οἱ Χριστιανοὶ πόσο ἀπέχουμε γιὰ νὰ γίνουμε πραγματικοὶ Χριστιανοί, καὶ στὸ φρόνημα, καὶ στὴν πράξη, καὶ στὸν τρόπο ζωῆς.
ιβ’. Ἡ Παναγία δὲν διαχώριζε Χριστιανοὺς καὶ ἀπίστους, ἀθέους καὶ εἰδωλολάτρες, αὐτοὺς ποὺ τῆς ἔκαναν κακὸ καὶ σὲ αὐτοὺς ποὺ τὴν εὐεργέτησαν. Πρὸς ὅλους εἶχε, καὶ ἔχει, καὶ θὰ ἔχει ἀστείρευτο πέλαγος ἐλέους. Καὶ τὸ ἔλεος ἐκφράζεται καὶ διαχέεται καὶ μὲ τὴν προσευχή. Προσευχόταν ἀδιαλείπτως ἀκαταπαύστως γιὰ ὅλους καὶ γιὰ ὅλα. Τὴν προσευχὴ τὴν καλλιέργησε ἀπὸ τὴν νηπιακή της ἠλικία. Καὶ μετὰ τὴν Ἀνάληψη τοῦ Υἱοῦ Της, ἡ Θεοτόκος ἐπισκεπτόταν τὸν Πανάγιο Τάφο καὶ προσευχόταν. Ἡ Παναγία ἔκανε περίπου 3.000 μετάνοιες τὴν ἡμέρα! Τόσο πολὺ προσευχόταν ποὺ τὰ πανάγια χέρια Της, ὅπως μᾶς διασώζεται, εἶχαν βγάλει κάλους.
ιγ’. Ἄς δοῦμε καὶ τὸ τρῖτο χαρακτηριστικό: τὴν εὐγένεια! Ἤδη ἀπὸ τὴν μικρή της ἡλικία, μέσα στὸν Ναὸ τοῦ Σολομῶντος ὅπου διακονοῦσε καὶ στὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων ὅπου κατοικοῦσε, ἡ Θεοτόκος ἀνάπαυε τὶς Παρθένες κοπέλες ποὺ συνυπηρετοῦσαν τὸν Ναὸ μὲ τὴν συμπεριφορά της, ἦταν ἀσυγκρίτως ταπεινή, δὲν προσέβαλε κανέναν ποτέ, δὲν ἐπέτρεψε ποτὲ καμιὰ ἀκάθαρτη σκέψη καὶ εὐλογοῦσε τὸν Θεὸ ἀκοιμήτως. Ἀκόμα καὶ στὸν ἐλάχιστο ὕπνο της.
ιδ’. Ὅταν χαιρετοῦσε ἡ Θεοτόκος κάποιον ἔλεγε: «Χαίρετε. Δόξα τῷ Θεῷ». Ὅταν προσευχόταν ἡ Θεοτόκος καὶ κάποιος τὴν χαιρετοῦσε, ἡ Κεχαριτωμένη Μαρία, τόσο γιὰ νὰ μὴν τὸν προσβάλλει, ὅσο καὶ νὰ μὴ διακόψει τὴν προσευχή της, ἀπαντοῦσε «Δόξα τῷ Θεῷ». Αὐτὸ θὰ πεῖ εὐγένεια. Τὸ «Δόξα τῷ Θεῷ» τὸ καθιέρωσε ὡς προσευχὴ ἡ Παναγία. Μὲ τὸ «Δόξα τῷ Θεῷ» συνδυάζουμε τὸν χαιρετισμὸ μὲ τὴν προσευχὴ. Γι’ αὐτὸ κι ἐμεῖς νὰ μὴ φοβόμαστε νὰ λέμε συνεχῶς: Δόξα τῷ Θεῷ καὶ ταυτοχρόνως νὰ καλλιεργοῦμε τὴν εὐγένεια!
ιε’. Ὁλοκληρώνοντας τὸν λόγο μας, ὅταν τιμοῦμε τὴν Παναγία, τιμοῦμε τὸ πρόσωπο τῆς Μάνας, τῆς ἀληθινῆς Μητέρας. Ἀφοῦ τιμοῦμε τὴν Κοίμηση καὶ Μετάστασή Της, ἄς προσέξουμε ἕνα διάλογο ποὺ διασώζεται μεταξὺ τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Παναγίας, γιὰ νὰ δοῦμε τὸν σεβασμὸ ποὺ ἔχει ἕνα παιδὶ στὴν Μητέρα, καθὼς καὶ τὸ ἀνύστακτο ἐνδιαφέρον, τὴν φροντίδα, καὶ τὸν πόνο τῆς Μάνας.
ιζ’. Καὶ ἀπήντησε ἡ Θεοτόκος: «Ἡ πρώτη μου στεναχώρια μου ἦταν ἡ φυγὴ στὴν Αἴγυπτο. Δεύτερη, ὅταν Σὲ ἔχασα στὸν Ναὸ τοῦ Σολομῶντος δωδεκαετῆ καὶ Σὲ ἔψαχνα ἐπὶ τρεῖς ἡμέρες. Τρίτη, τὴν ὥρα τῆς προδοσίας. Καὶ τέταρτη, τὴν ὥρα τῆς Σταυρώσεως, ὅταν εἶδα νὰ κρέμεται τὸ Σῶμα Σου πάνω στὸν Σταυρό». Καὶ ὕστερα Τοῦ ζήτησε νὰ Τὴν εὐλογήσει. Ἡ ἀληθινὴ Μάνα δὲν ξεχνᾶ τὰ παιδιὰ Της.
ιη’. Ἐκεῖνες τὶς ὧρες ἡ Θεοτόκος, προσευχόταν θερμὰ γιὰ ὅλους τοὺς πιστοὺς καὶ γιὰ ὅλον τὸν κόσμο καὶ ἰδιαιτέρως γιὰ τοὺς ἐχθροὺς καὶ σταυρωτὲς τοῦ Χριστοῦ καὶ ζήτησε ἀπὸ τὸν Υἱό Της: «Εὐλόγησε ὅλους ὅσους σὲ δοξάζουν καὶ μνημονεύουν τὸ ὄνομά μου κάθε φορὰ ποὺ προσεύχονται σὲ Σένα». Ἐπειδὴ περίμενε ἕνα λόγο ἤ νεῦμα ἀπὸ τὸν Υἱό Της ὡς ἐχέγγυο, ἡ Θεοτόκος ἄπλωνε τὰ χέρια Της, Τὸν παρακαλοῦσε ἀκατάπαυστα, ἔκλαιγε ἱκετευτικά, Τοῦ θύμησε τὸν θηλασμὸ καὶ τὴν τροφὴ ποὺ Τοῦ ἔδωσε, μέχρι ποὺ ὁ Χριστὸς Τῆς ἀπήντησε: «Μακαρία εἶσαι Ἐσύ, νὰ ἀγαλλιάσει ἡ καρδιά Σου, Μαρία, εὐλογημένη ἀνάμεσα στὶς γυναῖκες, διότι ἦλθε τὸ πλήρωμα τῆς Χάριτος καὶ ὅλες οἱ δωρεὲς Σοῦ δόθηκαν ἀπὸ τὸν Οὐράνιο Πατέρα μου. Καὶ κάθε ψυχὴ ἡ ὁποῖα θὰ έπικαλεῖται τὸ ὄνομά Σου μὲ εὐλάβεια δὲν θὰ παραβλεφθεῖ, ἀλλὰ θᾶ βρεῖ ἔλεος καὶ παρηγορία στὴν παροῦσα ζωὴ καὶ στὸν μέλλοντα αἰῶνα. Ἐσύ, πορεύου μὲ εἰρήνη καὶ χαρὰ στὰ αἰώνια σκηνώματα, στοὺς ἀπέραντους θησαυροὺς τοῦ Πατέρα μου, γιὰ νὰ θεωρεῖς τὴν δόξα Μου καὶ νὰ εὐφραίνεσαι μὲ τὴν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Καὶ ἡ Παναγία ἀποκρίθηκε: «Ἐτοίμη ἡ καρδία μου, ὁ Θεός, ἐτοίμη ἡ καρδία μου». Καὶ παρέδωσε τὴν ἀμόλυντη ψυχή Της στὸν Υἱό Της καὶ Σωτῆρα μας καὶ ἐκοιμήθη ὕπνο γλυκὺ καὶ ἐράσμιο.
Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί,
ιθ’. Αὐτὴ εἶναι ἡ Θεοτόκος! Καλωσύνη, ἔλεος καὶ εὐγένεια. Νὰ προσευχόμαστε στὴν Θεοτόκο νὰ μᾶς δίνει ἀνεξάντλητα ἀποθέματα καλωσύνης, ἐλέους καὶ εὐγένειας. Στὴν προσπάθειά μας νὰ εἴμαστε πραγματικοὶ δοῦλοι τοῦ Θεοῦ, τὸ ὄνομα τῆς Παναγίας νὰ μὴ φύγει ποτὲ ἀπὸ τὰ χείλη μας, ἀπὸ τὴν διάνοιά μας, ἀπὸ τὴν καρδιά μας! Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐλπίδα μας, ὁ ποταμὸς ὁ γλυκερὸς τοῦ ἐλέους, τὸ εὐσκιόφυλλο ξῦλο ποὺ μᾶς σκεπάζει ἀπὸ τὸν καύσωνα τῶν παθῶν, τὸ κλειδὶ τῆς Βασιλείας τοῦ Χριστοῦ, ἡ ἀκατάπαυστη πρεσβεία μας, ἡ Μεγάλη μας Μάνα! Ἐμᾶς εἶχε στὴν καρδιά μας λίγο πρὶν ἀναχωρήσει ἀπὸ τοῦτο τὸν μάταιο κόσμο καὶ μεταστεῖ στὴν δόξα τοῦ Θεοῦ. «Ἄς εὐχόμαστε», ὅπως εἶπε μία σύγχρονη ἁγιασμένη μορφή, ὁ Γέροντας Ἰσίδωρος ὁ τυφλός, «ἡ Παναγιά μας νὰ μᾶς κρατᾶ ἀπὸ τὸ χέρι, μέχρι να πατήσουμε το πόδι μας στον Παράδεισο»! Ἀμήν.

